Η προς ψήφιση σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για το
έγκλημα στον κυβερνοχώρο: Η σχέση της με την ελληνική έννομη τάξη
Ιωάννης Εμμ. Αγγελής Εισαγγελέας Πρωτοδικών.
Τμήμα 1: Διαδίκτυο και Δίκαιο
1. Εισαγωγή
Η προσέγγιση των νομικών θεμάτων που αφορούν τον κυβερνοχώρο
ενέχει τη δυσκολία ότι προϋποθέτει όχι μόνο νομικές, αλλά, μέχρι ένα βαθμό
τουλάχιστον, και τεχνικές γνώσεις. Διευκρινίζεται ότι στην παρούσα μελέτη
προτιμήθηκε η κατά πλάτος και όχι η σε βάθος ανάλυση του ερευνόμενου θέματος.>
σε θέματα ηλεκτρονικών υπολογιστών (computer) και διαδικτύου (internet). Είναι
πολύ δύσκολο να αντιληφθεί κάποιος τα συμβαίνοντα στο πεδίο του εγκλήματος
στον κυβερνοχώρο (cyber crime), όπως άλλωστε συμβαίνει και στα εγκλήματα με
ηλεκτρονικούς υπολογιστές (computer crimes), χωρίς την κατοχή αυτών των τεχνικών
γνώσεων. Λαμβάνεται ως δεδομένο ότι ο αναγνώστης της παρούσας μελέτης διαθέτει
τις βασικές γνώσεις τόσο για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές όσο και για το
διαδίκτυο, καθώς και για τις υπηρεσίες που παρέχονται με αυτά. Κατά συνέπεια
δεν θα επιχειρηθεί ανάπτυξη των βασικών αυτών παραμέτρων.
Ένα εξίσου σημαντικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει αυτός που ασχολείται με τη
νομική πλευρά του θέματος από ποινική άποψη είναι η έλλειψη επαρκούς βιβλιογραφίας
κασχετικών άρθρων. Είναι ευνόητο ότι η έλλειψη αυτή οφείλεται στο γεγονός
πως το έγκλημα στον κυβερνοχώρο αποτελεί νέα μορφή εγκλήματος. Αποτελεί κοινή
διαπίστωση ότι η ανάπτυξη των σχετικών νομικών θεμάτων από αστική και εμπορική
άποψη έχει διερευνηθεί σε μεγαλύτερη έκταση από ότι η αντίστοιχη ποινική πλευρά.
Αυτό οφείλεται στη μεγάλη επιρροή του κυβερνοχώρου τόσο στον αστικό (σύναψη
συμβάσεων δια του κυβερνοχώρου κλπ) όσο και στον οικονομικό τομέα (ηλεκτρονικό
εμπόριο, νέα οικονομία κλπ). Σε κάθε περίπτωση όμως ο μελετητής των σχετικών
με τον κυβερνοχώρο θεμάτων θα πρέπει να καταφεύγει στα διάφορα (πολυπληθή)
τεχνικά περιοδικά για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, καθώς και σε δημοσιεύματα
του ημερήσιου τύπου. Άλλωστε και το ίδιο το διαδίκτυο αποτελεί πηγή άντλησης
πληροφοριών (ίσως τη σημαντικότερη), ανατρέχοντας στις ειδικές τοποθεσίες
θέσεις (sites).
2. Το πρόβλημα της ελληνικής νομικής ορολογίας.
Τόσο η τεχνική όσο και η νομική ορολογία στο συγκεκριμένο
θέμα είναι διατυπωμένη κατά κανόνα - στην αγγλική γλώσσα. Η αντίστοιχη μεταφορά
των όρων αυτών στα ελληνικά δεν είναι ούτε εύκολη ούτε δόκιμη. Βέβαια κατά
την καθημερινή πρακτική πολλοί όροι χρησιμοποιούνται στην ξενόγλωσση διάστασή
τους, κατά τρόπο που τείνουν να ενσωματωθούν και στο ελληνικό νομικό λεξιλόγιο.
Έτσι π.χ. αντί του ελληνικού όρου διαδικτυακό έγκλημα ή έγκλημα στο διαδίκτυο
ή έγκλημα στον κυβερνοχώροπολλές φορές χρησιμοποιείται αυτούσιος ο όρος Cyber
crime ή Internet crime. Δεν θα γίνει προσπάθεια προσδιορισμού της διαφοράς
των επιμέρους αυτών νομικών όρων, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο θα επιβάρυνε κατά
πολύ την έκταση της ανάλυσης. Σχετικοί με το θέμα ξενόγλωσσοι όροι είναι:
Cyber crime, Internet, crime, Crime in cyberspace, On line crime, On line
computer communication crime, Digital crime, Electronic crime, Electronic
evidence, Computer crimes (υπολογιστικά εγκλήματα Βλ. Δ. Κιούπη, Αλλοίωση
ηλεκτρονικών δεδομένων και αθέμιτη πρόσβαση σε ηλεκτρονικά δεδομένα. Κενά
και αδυναμίες της Ελληνικής Νομοθεσίας, Υπερ.2000, σελ. 959. ), Computer related
crime. Σχετικοί με το δράστη όροι είναι: Hacker, Cracker, Internet freak,
Cyber crook, Cyber freak, Internet freak. Το πρόβλημα αυτό της ελληνικής νομικής
ορολογίας παρουσιάζεται όχι μόνο στο πεδίο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου,
αλλά και στο αντίστοιχο του ποινικού δικονομικού δικαίου. Όσον αφορά την προς
ψήφιση Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης, προβληματισμός προέκυψε σχετικά
με τη δικονομική ορολογία που έπρεπε να ακολουθήσει η Σύμβαση. Εάν, δηλαδή,
ήταν προτιμότερο να καθιερωθεί ο παραδοσιακός όρος έρευνα (search), κατάσχεση
(seize) κλπ. ή να προτιμηθούν οι αντίστοιχοι τεχνικοί όροι access (πρόσβαση),
copy (αντιγραφή). Τελικώς αποφασίστηκε να ακολουθηθεί η παραδοσιακή δικονομική
ορολογία και μόνο όπου κρίθηκε αναγκαίο ακολουθήθηκε μια μικτή ορολογία, δηλαδή,
αναφέρθηκαν τόσο οι παραδοσιακοί όσο και οι τεχνικοί όροι, όπως π.χ. οι όροι
έρευνα ή παρόμοια πρόσβαση (search or similar access), κατάσχεση ή παρόμοια
διαφύλαξη (seize or similarly secure). Κατεβλήθη επίσης προσπάθεια χρησιμοποίησης
μια τεχνικώς ουδέτερης γλώσσας με αντικειμενικό σκοπό να χρησιμοποιηθούν οι
θεσπιζόμενες διατάξεις και σε μελλοντικές ρυθμίσεις, που θα γίνουν με κριτήριο
την εξέλιξη της τεχνολογίας. Όσον αφορά την ορολογία του γενικότερου δικονομικού
όρου ηλεκτρονική απόδειξη (electronic evidence) ακολουθήθηκε ο όρος απόδειξη
σε ηλεκτρονική μορφή (evidence in electronic form). Είναι ευνόητο ότι τα ηλεκτρονικά
αποδεικτικά μέσα δεν ταυτίζονται με τα {παραδοσιακά} αποδεικτικά μέσα. Τα
τελευταία αυτά είναι {χειροπιαστά}, έχουν κατά κανόνα υλική υπόσταση και μπορούν
να εντοπιστούν σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Αντίθετα τα ηλεκτρονικά αποδεικτικά
μέσα είναι κατά κανόνα μη χειροπιαστά, μπορεί να τα κατευθύνει ή και να τα
διαχειρίζεται κάποιος από μακριά, να αλλάζει τη μορφή και το περιεχόμενό τους
ή ακόμα και να τα εξαφανίζει με το πάτημα ενός πλήκτρου. Διευκρινίζεται ότι
στην παρούσα μελέτη γίνεται προσπάθεια χρησιμοποίησης των σχετικών όρων στην
ελληνική γλώσσα, για την πληρέστερη όμως κατανόησή τους, χρησιμοποιείται σε
παρένθεση και ο αγγλικός όρος, όπου αυτό απαιτείται. Η ανάγκη παράθεσης και
των ξενόγλωσσων όρων προκύπτει από το γεγονός ότι οι όροι αυτοί δεν έχουν
ακόμα δοκιμαστεί στην ελληνική νομική πρακτική. Έτσι για έννοιες με το ίδιο
νομικό περιεχόμενο χρησιμοποιούνται στην ελληνική γλώσσα διαφορετικοί όροι.
Σημειώνεται επίσης ότι εκ των πραγμάτων είναι αδύνατο να γίνει αναφορά στο
διαδίκτυο. Για τις υπηρεσίες που μπορεί να παρέχει ο κυβερνοχώρος στο νομικό
βλ. σχετικά Ηλία Καστανά. Το δίκαιο στο internet, Το Σύνταγμα 1996, σελ. 597επ.
και τη σχέση του με το ποινικό δίκαιο, χωρίς παραπομπές στην τεχνική πλευρά
των ηλεκτρονικών υπολογιστών και στην τεχνολογία. Για τη σχέση των ηλεκτρονικών
υπολογιστών με την ελληνική γλώσσα από τεχνική άποψη βλ. Λεων Πολυχρονίου,
Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές και ελληνική Γλώσσα, εκδόσεις Γεωργιάδη, Αθήνα 1999
γενικότερα.
3. Ορισμός του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο
Δεν υπάρχει ακόμα γενικά αποδεκτός ορισμός του εγκλήματος
στον κυβερνοχώρο ούτε στη διεθνή νομοθεσία ούτε στη διεθνή νομολογία ή βιβλιογραφία.
Μια προσπάθεια ορισμού του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο ως εγκλήματος που διαπράττεται
από ηλεκτρονικούς υπολογιστές και διαμέσου δικτύων, συμπεριλαμβανομένων και
εγκλημάτων που δεν στηρίζονται αποκλειστικά σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές γίνεται
στο βιβλίο του Eoghan Casey, Digital evidence and computer crime, Academic
Press, New York 2000, σελ 8. Ομοίως ούτε στην ελληνική βιβλιογραφία υπάρχει
ορισμός του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο. Η άποψη ότι το έγκλημα στον κυβερνοχώρο
(cyber crime) αποτελεί τον ίδιο τύπο εγκλήματος με το κοινό ή συμβατικό έγκλημα
και το μόνο στοιχείο που το διακρίνει απ' αυτό είναι ότι διαπράττεται σε διαφορετικό
Περιβάλλον Βλ. σχετ. Donn B. Parker, Fighting Computer Crime, σελ. 57επ.,
Εκδ. Wiley, New York, 1998. (δηλ. σε ηλεκτρονικό περιβάλλον, και δη σε περιβάλλον
διαδικτύου), δεν ανταποκρίνεται, κατά την ορθότερη άποψη, πλήρως στην πραγματικότητα.
Υπάρχουν βέβαια εγκλήματα, που διαπράττονται τόσο σε κοινό όσο και σε ηλεκτρονικό
περιβάλλον. Αλλά εγκλήματα διαπράττονται μόνο σε περιβάλλον ηλεκτρονικών υπολογιστών,
χωρίς δηλαδή να υπάρχει σύνδεση των υπολογιστών με το διαδίκτυο (ή ακόμα και
εάν υπάρχει δεν χρησιμοποιείται). Μια άλλη κατηγορία ηλεκτρονικών εγκλημάτων
διαπράττονται αποκλειστικά στο περιβάλλον του κυβερνοχώρου. Με το παραπάνω
λοιπόν κριτήριο τα σχετικά (ηλεκτρονικά) εγκλήματα μπορούν να διακριθούν:
α) Σε εγκλήματα που διαπράττονται τόσο σε {κοινό} περιβάλλον
όσο και στο διαδίκτυο (internet), π.χ. η συκοφαντική δυσφήμηση διαπράττεται
και με τη χρήση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (αποστολή e-mail). Η αντιγραφή
ενός πνευματικού έργου π.χ. μουσικού τραγουδιού (άρθρο 66 ν.2121/93) ή ενός
προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή. Όταν το έγκλημα αυτό τελεστεί σε {περιβάλλον
internet} (εννοείται βέβαια ότι απαιτείται και η χρήση computer), τότε πρόκειται
για έγκλημα σχετιζόμενο με τον κυβερνοχώρο ή για έγκλημα που διαπράττεται
στον κυβερνοχώρο ή για έγκλημα που διαπράττεται με τη βοήθεια του κυβερνοχώρου
(internet related crime).
β)Σε εγκλήματα που διαπράττονται μόνο σε περιβάλλον ηλεκτρονικών
υπολογιστών (εννοείται χωρίς τη χρήση του διαδικτύου). Τέτοια είναι τα εγκλήματα
που προβλέπονται από το άρθρο 370Γ 1 Π.Κ., π.χ. η χωρίς δικαίωμα αντιγραφή
προγράμματος από δισκέτα ή CD-ROM ή σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
γ) Σε {γνήσια εγκλήματα κυβερνοχώρου} (Cyber crimes) με την
έννοια της ποινικοποίησης συμπεριφοράς που έχει σχέση αποκλειστικά με τον
κυβερνοχώρο. Μια τέτοια αξιόποινη συμπεριφορά μπορεί να θεωρηθεί η παράνομη
ή χωρίς δικαίωμα πρόσβαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή (hacking) ή η διάδοση
παιδικού πορνογραφικού υλικού δια του κυβερνοχώρου. Τέτοια εγκλήματα δεν υπάρχουν
ακόμα στην ελληνική έννομη τάξη, αφού δεν υπάρχει σχετική νομοθεσία. Ως γνήσια
εγκλήματα του κυβερνοχώρου μπορεί να θεωρηθούν ακόμα αυτά που θεσπίζονται
από τη σχετική Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης (άρθρα 2 έως 10), όπως αυτά
αναφέρονται παρακάτω. Τα γνήσια, δηλαδή, εγκλήματα του κυβερνοχώρου διαπράττονται
αποκλειστικά με τη χρήση του διαδικτύου. Σε περίπτωση που ο υπολογιστής δεν
είναι συνδεδεμένος με το διαδίκτυο, αλλά ενεργεί αυτοτελώς, οποιοδήποτε έγκλημα
και εάν διαπραχθεί, θεωρείται έγκλημα που διαπράττεται με ηλεκτρονικό υπολογιστή
(computer crime).
4. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο
Το έγκλημα στον κυβερνοχώρο είναι γρήγορο (quick), διαπράττεται
σε χρόνο δευτερολέπτων και πολλές φορές δεν το αντιλαμβάνεται ούτε το ίδιο
το θύμα.
Είναι εύκολο (easy) στη διάπραξή του, φυσικά για όσους το γνωρίζουν, ενώ συχνά
δεν αφήνει ίχνη (όπως είναι στα κοινά εγκλήματα τα δακτυλικά αποτυπώματα).
Για την τέλεσή του απαιτούνται άριστες και εξειδικευμένες
γνώσεις, αυτή τη στιγμή είναι πιο προηγμένο ({ανεβασμένο}) και από το έγκλημα
του λευκού περιλαιμίου. Για τη σχέση του εγκληματία του κυβερνοχώρου και του
εγκληματία του λευκού περιλαιμίου βλ. και Ι.Αγγελή, Διαδίκτυο και Ποινικό
Δίκαιο, Ποιν.Χρ. (2000), σελ. 678. Μπορεί να διαπραχθεί χωρίς τη φυσική μετακίνηση
του δράστη, ο οποίος ενεργεί από το γραφείο ή το σπίτι του, πατώντας μόνο
ορισμένα πλήκτρα του υπολογιστή του. Δίνει τη δυνατότητα σε άτομα με ορισμένες
ιδιαιτερότητες, π.χ. σ' όσους έχουν ροπή ή τάση στην παιδοφιλία ή χρήση παιδικής
πορνογραφίας (child pornography) να επικοινωνούν γρήγορα ή και σε πραγματικό
χρόνο, χωρίς μετακίνηση, εύκολα, ανέξοδα, να βρίσκονται πολλοί μαζί στις ίδιες
ομάδες συζήτησης (News groups) ή μέσα από διαδικτυακά άμεσα αναμεταδιδόμενες
συζητήσεις. Για τις λειτουργίες αυτές του διαδικτύου βλ. σχετικά Δ. Κιούπη,
Ποινικό Δίκαιο και Internet, Σειρά ΠΟΙΝΙΚΑ, Νο 57, σελ. 27 επ. (IRC- Internet
Relay Chat).
Οι εγκληματίες του κυβερνοχώρου πολλές φορές δεν εμφανίζονται με την πραγματική
τους ταυτότητα, π.χ. αποστέλλουν ηλεκτρονικά μηνύματα ή επιστολές (e-mail)
ανώνυμα ή και με ψευδή στοιχεία. Είναι έγκλημα χωρίς πατρίδα, παρότι τα αποτελέσματά
του μπορεί να γίνονται ταυτόχρονα αισθητά σε πολλούς τόπους. Κατά κανόνα είναι
πολύ δύσκολο να προσδιοριστεί ο (πραγματικός) τόπος τέλεσής του. Ακόμα όμως
και αν προσδιοριστεί αυτός, είναι ακόμα πιο δύσκολο να εντοπιστεί ο δράστης.
Η εξωτερίκευσή του μπορεί να εντοπίζεται στην Α χώρα πλην όμως τα αποδεικτικά
στοιχεία μπορεί να βρίσκονται στο άλλο άκρο της γης ή και να βρίσκονται ταυτόχρονα
σε πολλούς τόπους.
Για τη διερεύνησή του απαιτείται κατά κανόνα συνεργασία δύο τουλάχιστον κρατών
(δηλ. του κράτους στο οποίο γίνεται αντιληπτή η εξωτερίκευση του εγκλήματος
και του κράτους όπου βρίσκονται αποθηκευμένα τα αποδεικτικά στοιχεία). Περιπτώσεις
που το έγκλημα στον κυβερνοχώρο (cyber-crime) περιορίζεται στα όρια ενός μόνο
κράτους είναι (θεωρητικά τουλάχιστον) ελάχιστες και σπάνιες. Οι παραδοσιακές
(κοινές) Συμβάσεις για Αμοιβαία Δικαστική Συνδρομή δεν επαρκούν, λόγω της
φύσης του αποδεικτικού υλικού, δηλαδή της ηλεκτρονικής απόδειξης (electronic
evidence), που πρέπει να εντοπιστεί και να κατασχεθεί σε συνδυασμό με την
ταχύτητα ενεργείας των διωκτικών αρχών. Admin. Δεν υπάρχουν επαρκή στατιστικά
στοιχεία όχι μόνο στον ελληνικό, αλλά και στο διεθνή χώρο. Ελάχιστες περιπτώσεις
εγκλημάτων του κυβερνοχώρου (cyber-crimes) καταγγέλλονται. Και αυτό για να
μην αμφισβητείται η αξιοπιστία των παθόντων, οι οποίοι κατά κανόνα είναι εταιρείες.
Κατά συνέπεια ο σκοτεινός αριθμός της εγκληματικότητας στο χώρο του διαδικτύου
είναι ακόμα πιο σκοτεινός από ότι στον {κοινό} εγκληματικό χώρο Η αστυνομική
διερεύνηση γενικότερα, αλλά και η ανακριτική του προσέγγιση είναι πολύ δύσκολη,
απαιτεί δε άριστη εκπαίδευση Βλ. σχετικά και Αστυν. Επιθεώρ., Έτος 1999, σελ.
428επ. και εξειδικευμένες γνώσεις. Εξειδικευμένες γνώσεις. Για τις δυσκολίες
στον εντοπισμό και τη δίωξη του πληροφορικού εγκλήματος βλ. Γρηγ. Λάζου, Πληροφορική
και έγκλημα, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2001, σελ. 211επ.επίσης απαιτούνται
και για όσους άλλους ασχολούνται με τη συγκεκριμένη μορφή εγκλήματος (Εισαγγελείς,
Δικαστές, Δικηγόρους).
5. Σχέση εγκλήματος στον κυβερνοχώρο και εγκλήματος που
τελείται με ηλεκτρονικό υπολογιστή
Τo έγκλημα στον κυβερνοχώρο (Cyber Crime) είναι ειδικότερη
μορφή του ηλεκτρονικού εγκλήματος (Computer Crime), το οποίο με τη σειρά του
συνιστά ειδικότερη μορφή του κοινού εγκλήματος, όπως αυτό προσδιορίζεται στο
άρθρο 14 Π.Κ. Ως ηλεκτρονικό έγκλημα μπορεί να οριστεί αυτό που σχετίζεται
άμεσα με την κατάχρηση των δυνατοτήτων των ηλεκτρονικών υπολογιστών Βλ. Θ.
Γιαννόπουλου, Όψης και Προβλήματα Ηλεκτρονικής Εγκληματικότητος , ΝοΒ 1986,
σελ. 170επ. Ως έγκλημα που διαπράττεται με ηλεκτρονικό υπολογιστή (computer
related crime ή computer crime) μπορεί να χαρακτηριστεί κάθε παράνομη, ανήθικη
ή χωρίς δικαίωμα συμπεριφορά, που σχετίζεται με την αυτόματη επεξεργασία ή
μετάδοση δεδομένων Βλ. Χρ. Μυλωνόπουλου, Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές και Ποινικό
Δίκαιο, Σειρά ΠΟΙΝΙΚΑ, Νο 33, σελ. 14. Σημειώνεται ότι ο ορισμός αυτός διατυπώθηκε
για πρώτη φορά το 1983 από ειδική ομάδα εμπειρογνωμόνων του ΟΑΣΑ, που συνεστήθη
ειδικώς για να εξετάσει το θέμα της ηλεκτρονικής εγκληματικότητας. Ο ορισμός
αυτός βέβαια είναι πολύ ευρύς και είναι ευνόητο ότι μόνο ως οδηγός μπορεί
να χρησιμοποιηθεί. Η οριστικοποίησή του επαφίεται στον εθνικό νομοθέτη και
στη νομολογία των δικαστηρίων.
Τμήμα 2: Διαδίκτυο και Ποινική Νομοθεσία
1. Γενικές παρατηρήσεις
Το ερώτημα που προκύπτει από τη σχέση διαδικτύου και ποινικής
νομοθεσίας είναι αν ο παγκόσμιος ιστός (υπερδίκτυο του internet) μπορεί να
ελεγχθεί από άποψη ποινικής συμπεριφοράς. Η απάντηση είναι πάρα πολύ δύσκολη
και εκτείνεται σε πολύ περιορισμένο τομέα. Και αυτό, γιατί η τεχνολογία εξελίσσεται
τόσο γρήγορα, που η νομοθεσία όσο και αν προσπαθεί ασθμαίνουσααδυνατεί να
την προφτάσει. Επιπλέον για την αντιμετώπιση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο
απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις τόσο σε τεχνικό όσο και σε νομικό επίπεδο.
Η απόκτηση των γνώσεων αυτών από νομικούς, που έχουν σχέση με την έρευνα,
δίωξη και εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα
προβλήματα κάθε πολιτείας.
Στο ποινικό πεδίο οι έννομες τάξεις έρχονται κατά κανόνα
εκ των υστέρων να ρυθμίσουν νομοθετικά τις καταστάσεις, πιεζόμενες από τα
πράγματα. Κλασσικό παράδειγμα στον τομέα της τεχνολογίας αποτελεί η εμφάνιση
των εγκλημάτων που διαπράττονται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές (computer crimes).
Πριν από δυο δεκαετίες περίπου η συμβατική νομοθεσία δεν επαρκούσε για την
αντιμετώπισή τους. Σήμερα όλες οι προηγμένες (τουλάχιστον) χώρες έχουν καταρτίσει
σχετική νομοθεσία για την αντιμετώπιση των εγκλημάτων της πληροφορικής. Στην
ελληνική έννομη τάξη ισχύει ο ν.1805/1988, ο οποίος τροποποίησε ή συμπλήρωσε
τις σχετικές διατάξεις του ποινικού κώδικα (άρθρα 13γ, 370Β, 370Γ, 386Α ),
οι οποίες αφορούν τα εγκλήματα που διαπράττονται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές
(Computer crimes). Στο ίδιο σημείο με αυτό της προ δεκαπενταετίας νομοθετικής
έλλειψης βρίσκονται σήμερα οι έννομες τάξεις, όσον αφορά το θέμα του εγκλήματος
στον κυβερνοχώρο (cyber crime). Πολλά από τα εγκλήματα που έχουν παρουσιαστεί
στο διαδίκτυο δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με τη συμβατική νομοθεσία, στο
χώρο τουλάχιστον του ποινικού δικαίου. Σημειώνεται ότι ελάχιστα κράτη έχουν
θεσπίσει μέχρι σήμερα ειδική νομοθεσία, για την αντιμετώπιση του εγκλήματος
στον κυβερνοχώρο. Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι δεν απαιτείται η κατάρτιση
νέας νομοθεσίας για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας στον κυβερνοχώρο
και ότι δεν υπάρχει νομικό κενό Βλ. άποψη της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών
ΕΕΤ στο περιοδικό Ο κόσμος του internet, Νοέμβριος 1997, σελ. 45. στο διαδίκτυο,
διότι αναλογικά το κοινό δίκαιο μπορεί να εφαρμοστεί και στο χώρο του διαδικτύου.
H άποψη αυτή βέβαια είναι εμφανώς εσφαλμένη, καθότι στον ποινικό τουλάχιστο
χώρο, δεν ισχύει η αρχή της αναλογίας.
2. Διαδίκτυο και Γενικό Ποινικό Δίκαιο
Στην ελληνική έννομη τάξη δεν υπάρχει σχετικός νόμος που
να αναφέρεται αποκλειστικά σε θέματα διαδικτύου και ειδικότερα να ρυθμίζει
τη συμπεριφορά των χρηστών του διαδικτύου από άποψη ποινικού δικαίου.
Ο ν.1805/88, ο οποίος τροποποίησε ή συμπλήρωσε τις σχετικές διατάξεις του
ποινικού κώδικα (άρθρα 13γ, 370Β, 370Γ, 386Α), αφορά τα εγκλήματα που διαπράττονται
με ηλεκτρονικούς υπολογιστές (Computer crimes), δηλαδή αναφέρεται γενικά στην
ηλεκτρονική εγκληματικότητα. Όταν καταρτιζόταν ο νόμος αυτός, το διαδίκτυο
δεν είχε λάβει τις σημερινές του διαστάσεις και κατά συνέπεια δεν είχε γίνει
αισθητή η ανάγκη κατάρτισης ειδικότερης νομοθεσίας. Η διατύπωση όμως του νόμου.
Για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ν.1805/88 βλ. Χρ. Μυλωνόπουλου, όπ.π.
σελ. 23επ.,Ειρ. Βασιλάκη, Η Καταπολέμηση της εγκληματικότητας μέσω Ηλεκτρονικών
Υπολογιστών}, σειρά ΠΟΙΝΙΚΑ, Νο 40, σελ. 74επ αυτού έχει γίνει με τέτοιο τρόπο
(συνδυασμός τεχνικών και νομικών εννοιών), που είναι εμφανής η επιθυμία του
συντάκτη να περιλάβει στο μέλλον και κάθε μορφή συμπεριφοράς, που θα δημιουργήσει
η εξέλιξη της τεχνολογίας.
Ανεξάρτητα όμως από το εάν ο ν.1805/1988 επαρκεί ή όχι για την ποινική κάλυψη
των θεμάτων που προκύπτουν από την ανάπτυξη της πληροφορικήςΒλ. Χρίστου Μυλωνόπουλου,
Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές και Ποινικό Δίκαιο, Σειρά ΠΟΙΝΙΚΑ, Νο 33, σελ. 22
και 39. το βέβαιο είναι ότι δεν επαρκεί να καλύψει τα εγκλήματα που έχουν
παρουσιαστεί από τη χρήση του διαδικτύου.
Στο βαθμό, λοιπόν, που τα προβλεπόμενα εγκλήματα (άρθρα 370Β, 370Γ, 386Α)
διαπράττονται και σε περιβάλλον διαδικτύου (Internet), τότε τα άρθρα αυτά
εφαρμόζονται και στις εκάστοτε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Η Ελλάδα συνεργάζεται
με τα άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Συμβουλίου της Ευρώπης, καθώς
και άλλων Διεθνών Οργανισμών, για την αντιμετώπιση των σχετικών θεμάτων. Και
οι τρεις παραπάνω Διεθνείς Οργανισμοί έχουν ασχοληθεί με το έγκλημα στον Κυβερονοχώρο.
Σχετική όμως Σύμβαση καταρτίσθηκε μόνο στα πλαίσια του Συμβουλίου της Ευρώπης.
3. Διαδίκτυο και Ειδικό Ποινικό Δίκαιο
Είναι γνωστό ότι για να μπει κάποιος στον κυβερνοχώρο (internet),
απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η χρήση του τομέα τηλεπικοινωνιών (σταθερού
ή κινητού τηλεφώνου. Η εξέλιξη της τεχνολογίας δεικνύει ότι στο μέλλον η σύνδεση
με τον κυβερνοχώρο θα είναι πιο εύκολη και εύχρηστη δια μέσου κινητού τηλεφώνου.
Η χρήση αυτή επιτυγχάνεται με τη σύνδεση του χρήστη με μια εταιρεία παροχής
υπηρεσιών. Ο ρόλος του παροχέα υπηρεσιών (ISP - Internet Service Provider)
στην ασφάλεια και τη μυστικότητα του διαδικτύου είναι πολύ σημαντικός. Αποτελεί
μάλιστα κομβικό σημείο για τον εντοπισμό των παρανομιών και τη συλλογή των
αποδεικτικών στοιχείων, δεδομένου ότι όλα τα στοιχεία (data) περνούν από τις
εγκαταστάσεις του. Σύμφωνα με το άρθρο 12 περ. δ του ν.2246/20.10.1991, φορείς
παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία
παρέχουν στο κοινό τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες υπό καθεστώς ελεύθερου ανταγωνισμού
με βάση άδεια ή δήλωση ή έγκριση. Αποτελούν, δηλαδή, τηλεπικοινωνιακή επιχείρηση,
για τη λειτουργία της οποίας απαιτείται άδεια παροχής τηλεπικοινωνιακής υπηρεσίας.
Άδεια παροχής τηλεπικοινωνιακής υπηρεσίας είναι η ατομική διοικητική πράξη,
βάσει της οποίας επιτρέπεται σε ορισμένη τηλεπικοινωνιακή επιχείρηση να παρέχει
ελεύθερα και σε εμπορική βάση, καθορισμένες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες, καθώς
και να αναλαμβάνει κάθε αναγκαία δραστηριότητα για την ίδρυση ανάπτυξη ή επέκταση,
εγκατάσταση και λειτουργία των απαιτουμένων για την εν λόγω παροχή διευκολύνσεων.
Ορισμένοι παροχείς υπηρεσιών είναι πολυεθνικές επιχειρήσεις, που παρέχουν
πρόσβαση σε πολλές τοποθεσίες θέσεις. Ο παροχέας τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών
καλείται και φορέας παροχής υπηρεσιών (service provider) ή απλώς φορέας πρόσβασης
(access provider). Σύμφωνα επίσης με την υπ' αριθμόν ΥΑ 74.631/18.7.1995 Υπουργική
Απόφαση του Υπουργού Μεταφορών, που εκδόθηκε προς υλοποίηση του ν.2249/94
(ρυθμίζει τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία υποβολής δήλωσης για λήψη αδείας
για την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας στον τομέα των τηλεπικοινωνιών)
για τη λήψη της σχετικής άδειας, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να υπογράψει και
σχετική δήλωση του ν.1599/86 με την οποία να βεβαιώνει ότι έχει λάβει γνώση
του Κανονισμού, του Κώδικα Δεοντολογίας και των λοιπών διατάξεων, που διέπουν
την άσκηση των τηλεπικοινωνιακών δραστηριοτήτων. Επίσης δεσμεύεται ότι θα
τηρεί τις απαιτήσεις που υπαγορεύονται από την εθνική άμυνα και τη δημόσια
ασφάλεια, ότι θα τηρεί τις διατάξεις τις σχετικές με τη διασφάλιση του απορρήτου
των επικοινωνιών και ότι θα αποφεύγει κάθε ενέργεια αθέμιτου ανταγωνισμού.
Ερώτημα γεννάται, για το κατά πόσο ο ίδιος ο παροχέας μπορεί να υπέχει ποινική
ευθύνη, από αμέλεια ή και από (ενδεχόμενο) δόλο, για τις παρανομίες που περνούν
από τις εγκαταστάσεις του, υποπίπτουν στην αντίληψή του και ουδέν πράττει
για να σταματήσει τη διάπραξή τους. Ένα δεύτερο, εξίσου σημαντικό ερώτημα
είναι το κατά πόσο μπορεί (νομοθετικά) να υποχρεωθεί ο παροχέας να φυλλάττει
τα δεδομένα που διέρχονται από τις εγκαταστάσεις του, για ένα ορισμένο χρονικό
διάστημα (π.χ. 48 ώρες), προκειμένου να τα παραδώσει στις Αρχές, σε περίπτωση
που του ζητηθούν. Κάτι τέτοιο βέβαια θα επιβαρύνει οικονομικά τον παροχέα,
δεδομένου ότι θα πρέπει, τουλάχιστον να διπλασιάσει τον τεχνικό εξοπλισμό
του διαδικτύου σε ιδιώτες. Απαραίτητο, βέβαια, είναι να διαθέτει ο χρήστης
τον κατάλληλο τεχνολογικό εξοπλισμό.
Κατά συνέπεια οι σχετικοί με τις τηλεπικοινωνίες νόμοι έχουν άμεση ή έμμεση
σχέση με τη χρήση του διαδικτύου. Με άλλα λόγια το διαδίκτυο (internet) δεν
είναι τίποτα άλλο παρά μια μορφή επικοινωνίας που γίνεται με τη βοήθεια ή
δια μέσου των τηλεπικοινωνιών. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω σχετικοί με το
διαδίκτυο νόμοι είναι:
α) ο ν.2867/19-12-2000 για την οργάνωση και λειτουργία των
τηλεπικοινωνιών και άλλες διατάξεις. Ο πρόσφατος αυτός νόμος αντικατέστησε
τον ισχύοντα ν.2246/20.10.1994 για την Οργάνωση και Λειτουργία του Τομέα Τηλεπικοινωνιών,
πλην των διατάξεών του που αφορούν την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών (άρθρο
13 <200>12 ν.2867/2000) και των διατάξεων εκείνων που αναφέρονται στη
σύσταση της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (άρθρο 3<200>1
ν.2867/2000).
β) Ο ν.2774/22.12.99 για την προστασία δεδομένων προσωπικού
χαρακτήρα στον τηλεπικοινωνιακό τομέα, σε συνδυασμό με το ν.2472/10.4.97,
προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
γ) Ο ν.2225/20.7.94 για την προστασία της ελευθερίας της
ανταπόκρισης και επικοινωνίας.
α) ο ν.2867/19-12-2000 για την οργάνωση και λειτουργία των
τηλεπικοινωνιών και άλλες διατάξεις. Ο νόμος αυτός ρυθμίζει κάθε είδος τηλεπικοινωνιακής
δραστηριότητας που αναπτύσσεται εντός της ελληνικής επικράτειας. Είναι γνωστός
και ως νόμος για την απελευθέρωση των τηλεπικοινωνιών, καθότι επιτρέπει την
ελεύθερη εγκατάσταση, λειτουργία, διαχείριση και εκμετάλλευση των τηλεπικοινωνιακών
δικτύων. Όπως και ο προηγούμενος νόμος (ν.2246/1994), έτσι και αυτός προσδιορίζει
όχι μόνο τεχνικούς, αλλά και νομικούς όρους. Έτσι ως πάροχος τηλεπικοινωνιακών
υπηρεσιών ορίζεται η τηλεπικοινωνιακή επιχείρηση που παρέχει τηλεπικοινωνιακές
υπηρεσίες διαθέσιμες στο κοινό, ενώ ως {χρήστης} θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό
πρόσωπο που χρησιμοποιεί ή ζητά να χρησιμοποιήσει δημόσιες τηλεπικοινωνιακές
υπηρεσίες.
β) ο ν.2774/22.12.99, {προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
στον τηλεπικοινωνιακό τομέα σε συνδυασμό με το ν.2472/10.4.97, προστασία ατόμου
από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Ο ν.2774/22.12.1999, ο οποίος αναφέρεται στην προστασία δεδομένων προσωπικού
χαρακτήρα στον τηλεπικοινωνιακό τομέα, αποτελεί ειδικότερη μορφή του ν.2472/97,
και αποτελεί υλοποίηση της οδηγίας 97/66/Ε.Κ. Δηλαδή οι προηγμένες ψηφιακές
τεχνολογίες στα δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, δημιουργούν ειδικές απαιτήσεις
στην προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (Βλ. Εισηγητική Έκθεση ν.2774/99).
Σκοπός του νόμου αυτού είναι η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ατόμων
και ιδίως της ιδιωτικής ζωής και η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία
δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τηλεπικοινωνιακό τομέα.
Ο ν.2472/1997 (ΦΕΚ 50 Α/10.4.1997) προστατεύει το άτομο από την αυτοματοποιημένη
ή μη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ο νόμιμος κάτοχος των δεδομένων
(ακόμα και των προσωπικών) προστατεύεται από το άρθρο 370Β Π.Κ., όπως αυτό
προστέθηκε με το άρθρο 3 ν.1805/88. Ο ν.2472/1997 προστατεύει το ίδιο το άτομο.
Για το σύστημα προστασίας του ν.2742/1997 βλ. Λίλιαν Μήτρου, Η Αρχή Προστασίας
Προσωπικών Δεδομένων, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα 1999, σελ. 16επ. από την επεξεργασία
των στοιχείων αυτών Βλ. εισηγητική έκθεση ν.2742/1997 στον ΚΝοΒ 1998, σελ.
501επ Χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής του ν.2472/97 στο διαδίκτυο αποτελεί
η διασύνδεση αρχείων Βλ. σχετικά Βασιλ. Τουντόπουλου, Η διασύνδεση Αρχείων
στο ν.2472/97, ΝοΒ 1999, σελ. 1242επ.
γ) ν.2225/94, για την προστασία της ελευθερίας της ανταπόκρισης
Ο νόμος αυτός έχει άμεση σχέση με τον κυβερνοχώρο, αφού,
όπως ήδη ελέχθη, το Internet δεν είναι τίποτα άλλο, παρά μια μορφή επικοινωνίας
που γίνεται δια μέσου των τηλεπικοινωνιών. Με το άρθρο 1 του νόμου αυτού (2225/94)
ιδρύεται η Εθνική Επιτροπή Προστασίας Απορρήτου των Επικοινωνιών, της οποίας
αποστολή είναι (μεταξύ των άλλων) και η προστασία του απορρήτου της τηλεφωνικής
και κάθε άλλης μορφής τηλεπικοινωνιακής ανταπόκρισης. Έτσι με τις προϋποθέσεις
του άρθρου 4 του νόμου αυτού μπορεί να γίνει η παρακολούθηση (ανταλλαγής)
e-mail, π.χ. Ο Α εκβιάζει (άρθρο 385) τον Β, στέλνοντας e- mail. Ο Β τον καταγγέλλει
στην Αστυνομία. Η Αστυνομία ζητά από τον παροχέα (ISP) να παρακολουθεί την
ανταλλαγή e-mail. Ο παροχέας στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να επικαλεσθεί
το απόρρητο των επικοινωνιών.
4.Ειδικές ποινικές διατάξεις στο χώρο του διαδικτύου
Τιμωρούνται ποινικά, εάν διαπράττονται στο χώρο του διαδικτύου
οι παρακάτω συμπεριφορές:
α) Σύμφωνα με το άρθρο 11 του ν.2867/2000 η, κατά παράβαση
των άρθρων 5 (αναφέρεται στη χορήγηση γενικών αδειών τηλεπικοινωνιακών δραστηριοτήτων)
και 6 (αναφέρεται στη χορήγηση ειδικών αδειών τηλεπικοινωνιακών δραστηριοτήτων),
άσκηση τηλεπικοινωνιακών δραστηριοτήτων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον
δώδεκα (12) μηνών και με χρηματική ποινή ύψους από πέντε εκατομμύρια (5.000.000)
έως πεντακόσια εκατομμύρια (500.000.000) δραχμές.
Επίσης όποιος παραβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο τις υποχρεώσεις
εχεμύθειας, σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και τήρησης του απορρήτου των κάθε
είδους δεδομένων που μεταβιβάζονται ή μετάγονται μέσω των τηλεπικοινωνιακών
συστημάτων που χρησιμοποιεί ή διαθέτει, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον
δύο (2) ετών και χρηματική ποινή πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) έως είκοσι
εκατομμυρίων (20.000.000) δραχμών, εφόσον δεν προβλέπονται βαρύτερες ποινές
από άλλες ισχύουσες διατάξεις. Σε περίπτωση που ο παραβάτης της παρούσας διάταξης
ανήκει στο προσωπικό τηλεπικοινωνιακής επιχείρησης, η επιβαλλόμενη ποινή φυλάκισης
είναι τουλάχιστον τριών (3) ετών και η χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα εκατομμύρια
(10.000.000) δραχμές.
Ο τεχνικός εξοπλισμός και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την τέλεση των
παραπάνω αξιόποινων πράξεων δημεύονται. Σε περιπτώσεις πολλαπλών ή καθ' υποτροπή
παραβάσεων προβλεπόμενων στον παρόντα νόμο, όπως εκάστοτε ισχύει, ή στον Ποινικό
Κώδικα, σε σχέση με τα ανωτέρω αδικήματα, επιβάλλονται αθροιστικά οι βαρύτερες
ποινές.
β) Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 13 ν.2774/22.12.99, για την
προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τηλεπικοινωνιακό τομέα, όποιος
κατά παράβαση του νόμου αυτού χρησιμοποιεί, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει,
δημοσιοποιεί δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συνδρομητών ή χρηστών, τα καθιστά
προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση
των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται
με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με
φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου
(1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται
βαρύτερα από άλλες διατάξεις. Υπεύθυνος επεξεργασίας που δεν συμμορφώνεται
με τις πράξεις της Αρχής που επιβάλλουν τις διοικητικές κυρώσεις των περιπτώσεων
γ (προσωρινή ανάκληση άδειας), δ (οριστική ανάκληση άδειας) και ε (καταστροφή
αρχείου ή διακοπή επεξεργασίας και καταστροφή των σχετικών δεδομένων) της
1 του άρθρου 21 του ν.2472/1997 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2)
ετών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρiου (1.000.000) δραχμών
έως πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών. Οι διατάξεις των 6 έως και 14
του άρθρου 22 του ν.2472/1977 εφαρμόζονται και επί των πράξεων των προηγουμένων
παραγράφων.
γ) Σύμφωνα με το άρθρο 22 ν.2472/1977:
1. Οποίος παραλείπει να γνωστοποιήσει στην Αρχή, κατά το
άρθρο 6, τη σύσταση και λειτουργία αρχείου ή οποιαδήποτε μεταβολή στους όρους
και τις προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας, που προβλέπεται από το άρθρο 73
του παρόντος νόμου, τιμωρείται με φυλάκιση έως τριών (3) ετών και χρηματική
ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών έως πέντε εκατομμυρίων
(5.000.000) δραχμών.
2. Οποίος κατά παράβαση του άρθρου 7 του παρόντος νόμου διατηρεί
αρχείο χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της
Αρχής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή
τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών έως πέντε εκατομμυρίων (5.000.000)
δραχμών.
3. Οποίος κατά παράβαση του άρθρου 8 του παρόντος νόμου προβαίνει
σε διασύνδεση αρχείων χωρίς να τη γνωστοποιήσει στην Αρχή, τιμωρείται με φυλάκιση
έως τριών (3) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000)
δραχμών έως πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών. Οποίος προβαίνει σε διασύνδεση
αρχείων χωρίς την άδεια της Αρχής, όπου αυτή απαιτείται, ή κατά παράβαση των
όρων της άδειας που του έχει χορηγηθεί, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον
ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000)
δραχμών έως πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών.
4. Οποίος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο
σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών
ή τα αφαιρεί, τα αλλοιώνει, τα βλάπτει, τα καταστρέφει, τα επεξεργάζεται,
τα μεταδίδει, τα ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα
ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται
με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και, εάν
πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και
χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων
(10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις.
5. Υπεύθυνος επεξεργασίας που δεν συμμορφώνεται με τις αποφάσεις
της Αρχής, που εκδίδονται για την ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης, σύμφωνα
με το άρθρο 12 4, για την ικανοποίηση του δικαιώματος αντίρρησης, σύμφωνα
με την 2 του άρθρου 13, καθώς και με πράξεις επιβολής των διοικητικών κυρώσεων
των περιπτώσεων γ, δ και ε της 1 του άρθρου 21, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον
δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000)
δραχμών έως πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών. Με τις ποινές του προηγούμενου
εδαφίου τιμωρείται ο υπεύθυνος επεξεργασίας που διαβιβάζει δεδομένα προσωπικού
χαρακτήρα κατά παράβαση του άρθρου 9, καθώς και εκείνος που δεν συμμορφώνεται
προς τη δικαστική απόφαση του άρθρου 14 του παρόντος νόμου.
6. Αν ο υπαίτιος των πράξεων των 1 έως 5 του παρόντος άρθρου
είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος
ή να βλάψει τρίτον, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα 10 ετών και χρηματική ποινή
τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000)
δραχμών.
7. Αν από τις πράξεις των 1 έως και 5 του παρόντος άρθρου
προκλήθηκε κίνδυνος για την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος
ή για την εθνική ασφάλεια, επιβάλλεται κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον
πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000)
δραχμών.
5. Η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών
Η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ)
αποτελεί σημαντική Αρχή στο χώρο του διαδικτύου Βλ. σχετικά και Παναγιώτη
Καγιάφα, Η ανάπτυξη του INTERNET και το πρόβλημα του περιεχομένου - Ο ρόλος
της ΕΕΤΤ στο βιβλίο Σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών και παιδοφιλία στο Internet,
σελ. 205επ., καθώς και πρακτικά συνεδρίου που διοργάνωσε το Ιδρυμα για το
παιδί και την οικογένεια, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2000. Σύμφωνα με το άρθρο
3 ν.2867/2000 αποτελεί την εθνική ρυθμιστική Αρχή σε θέματα τηλεπικοινωνιών.
Είναι ανεξάρτητη διοικητική Αρχή με έδρα την Αθήνα και απολαμβάνει διοικητικής
και οικονομικής αυτοτέλειας. Τα μέλη της Ε.Ε.Τ.Τ. κατά την άσκηση των καθηκόντων
τους απολαύουν πλήρους προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Ο Πρόεδρος,
οι Αντιπρόεδροι και τα υπόλοιπα μέλη της διορίζονται με απόφαση του Υπουργού
Μεταφορών και Επικοινωνιών μετά από προηγούμενη επιλογή τους από τη Διάσκεψη
των Προέδρων της Βουλής με την αυξημένη πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων των
μελών της. Ως μέλη της Ε.Ε.Τ.Τ. επιλέγονται πρόσωπα εγνωσμένου κύρους, που
απολαύουν ευρείας κοινωνικής αποδοχής και διακρίνονται για την επιστημονική
τους κατάρτιση και την επαγγελματική τους ικανότητα στον τεχνικό, οικονομικό
ή νομικό τομέα. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, τα μέλη της Ε.Ε.Τ.Τ.
δεσμεύονται από το νόμο, έχουν δε υποχρέωση τήρησης των αρχών της αντικειμενικότητας
και αμεροληψίας. O Πρόεδρος, οι Αντιπρόεδροι και τα μέλη της Ε.Ε.Τ.Τ. υποχρεούνται
στην τήρηση εμπιστευτικότητας εμπορικών πληροφοριών για τέσσερα (4) έτη μετά
την εκούσια ή ακούσια αποχώρησή τους από την Ε.Ε.Τ.Τ..
Τμήμα 3: Η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την
καταπολέμηση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο
1. Γενικές παρατηρήσεις
Το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει ασχοληθεί τόσο με το ηλεκτρονικό
έγκλημα όσο και με το έγκλημα στον κυβερνοχώρο. Έχουν εκδοθεί δύο σχετικές
με το θέμα συστάσεις και ειδικότερα:
α)Η Σύσταση No R (89) 9 σχετική με το έγκλημα που διαπράττεται
με ηλεκτρονικό υπολογιστή (Recommendation No R (89) 9 on Computer related
crime Βλ. σχετικά Τάσου Ν. Μαρίνου, Σύμβουλου Επικρατείας, Οι ηλεκτρονικοί
υπολογιστές και το Δίκαιο, εκδ. Σάκκουλα 1991, σελ. 144.
β)Η Σύσταση No R (95) 13 για τα ποινικά δικονομικά προβλήματα
που συνδέονται με την τεχνολογία των πληροφοριών (Recommendation No R (95)
13 Problems of criminal procedural Law connected with information technology).
Η σπουδαιότητα της σύστασης αυτής είναι πολύ μεγάλη, διότι καθιερώνονται για
πρώτη φορά σε διεθνές νομικό κείμενο, οι γενικές δικονομικές αρχές που πρέπει
να ισχύουν κατά την έρευνα των ηλεκτρονικών εγκλημάτων (λόγω της σπουδαιότητάς
τους, οι γενικές αυτές αρχές αναφέρονται σε ξεχωριστή παράγραφο παρακάτω).
Ήδη καταρτίσθηκε Διεθνής Σύμβαση (Ν. 185, Βουδαπέστη, 23.11.2001)
με αντικείμενο την καταπολέμηση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο. Στην κατάρτιση
της Σύμβαση αυτής έλαβε μέρος και η Ελλάδα. Σκοπός της Σύμβασης είναι η προστασία
της Κοινωνίας από το έγκλημα στον κυβερνοχώρο με τη θέσπιση της κατάλληλης
νομοθεσίας.
Κύριο χαρακτηριστικό της Σύμβασης είναι ότι καθιερώνει την υποχρέωση εναρμόνισης
των εθνικών νομοθεσιών σε θέματα εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο. Η συζήτηση της
Σύμβασης άρχισε τον Απρίλιο του 1997 με αρχικό χρονοδιάγραμμα περάτωσης το
τέλος του έτους 1999. Λόγω όμως των ιδιαιτέρων προβλημάτων (η εξέλιξη της
τεχνολογίας και η παρουσία νέων μορφών συμπεριφορών που θα μπορούσαν να θεωρηθούν
ως αξιόποινες έτρεχαν ταχύτερα από τις εργασίες της Σύμβασης), η προθεσμία
περάτωσης παρατάθηκε μέχρι το τέλος του έτους 2000. Η Σύμβαση περατώθηκε και
έχει ήδη υπογραφεί από 33 κράτη.
2. Ανάγκη θέσπισης νομοθεσίας σχετικής με το έγκλημα στον
κυβερνοχώρο
Το Συμβούλιο της Ευρώπης συνειδητοποιεί ότι επήλθαν βαθιές
αλλαγές στην ψηφιοποίηση, στη σύγκλιση και στη συνεχιζόμενη παγκοσμιοποίηση
των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Εκφράζει την ανησυχία του για την ολοένα αυξανόμενη
εγκληματικότητα στον κυβερνοχώρο και αναγνωρίζει ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση
του εγκλήματος αυτού μπορεί να γίνει μόνο με αναπτυγμένη, γρήγορη και καλά
εφαρμοσμένη διεθνή συνεργασία σε ποινικά θέματα. Διακηρύσσει επίσης ότι κατά
την κατάρτιση της Σύμβασης αυτής πρέπει να ληφθεί υπόψη ο σεβασμός των ανθρωπίνων
δικαιωμάτων, όπως αυτά αναφέρονται στην Σύμβαση του 1950 του Συμβουλίου της
Ευρώπης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών
και στο διεθνές σύμφωνο του 1966 των Ηνωμένων Εθνών για τα αστικά και πολιτικά
δικαιώματα, τα οποία αμφότερα επιβεβαιώνουν το δικαίωμα όλων να έχουν άποψη
χωρίς παρέμβαση.
3. Σκοποί της Σύμβασης
Σκοποί της Σύμβασης είναι:
α) η εναρμόνιση των εσωτερικών ποινικών νομοθεσιών των κρατών
μελών στον τομέα της εγκληματικότητας στον κυβερνοχώρο,
β) η θέσπιση εσωτερικών δικονομικών ποινικών διατάξεων, που
είναι απαραίτητες για την έρευνα, δίωξη και εκδίκαση των εγκλημάτων του κυβερνοχώρου,
καθώς και των άλλων εγκλημάτων που διαπράττονται με τη χρήση συστημάτων ηλεκτρονικών
υπολογιστών, αλλά και για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, που βρίσκονται
σε ηλεκτρονική μορφή,
γ) η θέσπιση γρήγορων και αποτελεσματικών κανόνων στον τομέα
της διεθνούς συνεργασίας. Διευκρινίζεται ότι προς επίτευξη των παραπάνω αντικειμενικών
στόχων λήφθηκαν υπόψη οι εμπειρίες από τη Σύσταση No R (89) 9, η οποία ήταν
σχετική με το έγκλημα που διαπράττεται με ηλεκτρονικό υπολογιστή (Recommendation
No R (89) 9 on Computer related crime), από τη Σύσταση No R (95) 13 για τα
ποινικά δικονομικά προβλήματα που συνδέονται με την τεχνολογία των πληροφοριών,
καθώς και εμπειρίες από την καθιέρωση σχετικών κανόνων από άλλους Διεθνείς
Οργανισμούς, όπως είναι ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, ο Οργανισμός Οικονομικής
Συνεργασίας και Ανάπτυξης (OECD) και η ομάδα των οκτώ πλέον αναπτυγμένων κρατών
(G8).
4. Η διάρθρωση της Σύμβασης
Η Σύμβαση περιλαμβάνει:
α)διατάξεις ουσιαστικού ποινικού δικαίου,
β)διατάξεις ποινικού δικονομικού δικαίου. Οι διατάξεις αυτές δεν αναπτύσσονται
στην παρούσα μελέτη.
γ)διατάξεις διεθνούς δικαστικής συνεργασίας. Οι διατάξεις αυτές δεν αναπτύσσονται
στην παρούσα μελέτη.
Οι διατάξεις ουσιαστικού ποινικού δικαίου αφορούν:
α) διατάξεις που αναφέρονται σε εγκλήματα κατά της εμπιστευτικότητας
(confidentiality), ακεραιότητας (integrity) και διαθεσιμότητας (availability)
των δεδομένων και συστημάτων,
β) διατάξεις για εγκλήματα σχετιζόμενα με υπολογιστές (Computer
related offences),
γ) διατάξεις για εγκλήματα σχετικά με το περιεχόμενο,
δ) διατάξεις για αδικήματα σχετικά με παραβιάσεις πνευματικών
και συγγενικών δικαιωμάτων (οffences related to infringement of copyright
and related rights).
Οι διατάξεις ποινικού δικονομικού δικαίου αναφέρονται σε
θέματα:
α) ταχείας διαφύλαξης δεδομένων αποθηκευμένων σε σύστημα
υπολογιστή (Expedited preservation of stored computer data),
β) ταχείας διαφύλαξης και γνωστοποίησης διακινουμένων δεδομένων
(Expedited preservation and disclosure of traffic data),
γ) εντολής παροχής πληροφοριών (Production order),
δ) έρευνας και κατάσχεσης αποθηκευμένων στοιχείων σε ηλεκτρονικό
υπολογιστή (Search and Seizure of stored Computer data),
ε) πραγματικού χρόνου συλλογής διακινουμένων δεδομένων (Real
time collection of traffic data),
στ) παγίδευσης - υποκλοπής περιεχομένου δεδομένων (Interception
of content data).
Οι διατάξεις διεθνούς δικαστικής συνεργασίας αναφέρονται:
α) στην έκδοση,
β) σε γενικές αρχές σχετικές με την αμοιβαία συνδρομή,
γ) σε παροχή αυθόρμητων πληροφοριών,
δ) στην ταχεία διαφύλαξη δεδομένων αποθηκευμένων σε σύστημα
υπολογιστών (Expedited preservation of stored computer data),
ε) στην ταχεία γνωστοποίηση των διαφυλαγμένων διακινούμενων
δεδομένων (Expedited disclosure of preserved traffic data).
5. Διατάξεις ουσιαστικού ποινικού δικαίου
Α) Εγκλήματα κατά της εμπιστευτικότητας
Εμπιστευτικότητα (confidentiality) των δεδομένων είναι η ιδιότητά τους να
καθίστανται προσπελάσιμα μόνο από εξουσιοδοτημένους χρήστες του συστήματος.
Ακεραιότητας Ακεραιότητα (integrity) των δεδομένων είναι η ιδιότητα των στοιχείων
να είναι ακριβή και να αντιπροσωπεύουν την πραγματικότητα, κάθε δε αλλαγή
τους να είναι αποτέλεσμα εξουσιοδοτημένης ενέργειας. και διαθεσιμότητας. Διαθεσιμότητα
(availability) των πόρων ενός πληροφοριακού συστήματος είναι η ιδιότητά τους
να καθίστανται άμεσα προσπελάσιμοι σε κάθε εξουσιοδοτημένο χρήστη του συστήματος.
των δεδομένων και συστημάτων. Όπως ήδη ελέχθη παραπάνω, η ελεύθερη διακίνηση
των ιδεών, o σεβασμός της αξίας και η προστασία του ατόμου, η ελεύθερη ανάπτυξη
της προσωπικότητας, το απόρρητο και το απαραβίαστο της επικοινωνίας αποτελούν
μερικές από τις βασικότερες αρχές του κυβερνοχώρου. Η εφαρμογή όμως των αρχών
αυτών έχει σχέση με τη λεγομένη ασφάλεια και μυστικότητα στον κυβερνοχώρο,
ένα από τα πλέον δύσκολα και περίπλοκα θέματα του διαδικτύου τόσο από τεχνικής
όσο και από νομικής απόψεως. Στο διαδίκτυο {διακινούνται} πληροφορίες δεδομένα
(data) που έχουν σχέση με την προσωπική και ιδιωτική σφαίρα του ατόμου (χρήστη
ή μη χρήστη του διαδικτύου). Κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να απαιτήσει τη μη
διαρροή των στοιχείων αυτών σε τρίτα αδιάκριτα βλέμματα. Κατά συνέπεια απαιτεί
τα στοιχεία αυτά να κινούνται με ασφάλεια. Ασφάλεια (security)είναι η προστασία
ενός συστήματος υπολογιστών και των δεδομένων του από απώλεια ή ζημιά. Αυτή
επιτυγχάνεται με την πρόληψη της πρόσβασης μη εξουσιοδοτημένων ατόμων στο
σύστημα. Κλασσικό παράδειγμα ασφάλειας αποτελεί η συναλλαγή (αγοραπωλησία)
που γίνεται στο διαδίκτυο με τη χρήση πιστωτικής κάρτας. Σ' αυτή την περίπτωση
πρέπει να εξασφαλιστεί ότι δεν είναι δυνατό να συλλάβει (υποκλέψει) κάποιος
τον αριθμό της πιστωτικής κάρτας ή να τον αντιγράψει από το διακομιστή, που
είναι αποθηκευμένος. Επίσης πρέπει να επαληθευτεί ότι ο αριθμός της πιστωτικής
κάρτας αποστέλλεται πράγματι από το πρόσωπο, που ισχυρίζεται ότι τον στέλνει.
Η ασφάλεια, δηλαδή, των δεδομένων που διακινούνται στο διαδίκτυο πρέπει να
ικανοποιεί την εμπιστευτικότητα, την ακεραιότητα και τη διαθεσιμότητα των
δεδομένων και μυστικότητα.
Μυστικότητα είναι το δικαίωμα που έχει κάποιος να μην μοιράζεται τις πληροφορίες
(π.χ. ηλικία, θρήσκευμα, αριθμούς πιστωτικής κάρτας κ.λπ.) που αφορούν το
άτομό του με άλλους. Οι πληροφορίες αυτές είναι καταγεγραμμένες στο διαδίκτυο
Μυστικότητα είναι το δικαίωμα που έχει κάποιος να μην μοιράζεται τις πληροφορίες
(π.χ. ηλικία, θρήσκευμα, αριθμούς πιστωτικής κάρτας κλπ) που αφορούν το άτομό
του με άλλους. Οι πληροφορίες αυτές είναι καταγεγραμμένες στο διαδίκτυο. Η
ασφάλεια και η μυστικότητα στο χώρο του διαδικτύου είναι (ουσιαστικά) θεωρητικές
έννοιες. Στην πράξη ό,τι κινείται στο χώρο του διαδικτύου μπορεί να γίνει
γνωστό, ουσιαστικά δηλαδή να υποκλαπεί. Η μυστικότητα και η ασφάλεια είναι
εντελώς διαφορετικά πράγματα, μπορεί να λεχθεί όμως ότι αποτελούν τις δυο
πλευρές του ίδιου νομίσματος. Έχει χαρακτηριστικά λεχθεί ότι κανένα κινούμενο
ηλεκτρόνιο του πλανήτη δεν μπορεί να τρέφει σοβαρές ελπίδες ότι θα ξεφύγει
από τον ιστό της παρακολούθησης Βλ. MI Ζαν Γκισνέλ, {Πόλεμοι στον Κυβερνοχώρο,
Μυστικές Υπηρεσίες και Internet}, Εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα 1997, σελ. 18.. Κατά
συνέπεια η ασφάλεια και η μυστικότητα του διαδικτύου δεν είναι μόνο νομικές,
αλλά και τεχνικές έννοιες Βλ. σχετικά {Ανασφάλεια στο Δίκτυο}, περιοδικό WIN,
Απρίλιος 2000, σελ. 57επ. Μπορεί, μάλιστα, να λεχθεί ότι η ασφάλεια είναι
πρωτίστως τεχνική και δευτερευόντως νομική έννοια, ενώ αντίθετα η μυστικότητα
είναι πρωτίστως νομική και δευτερευόντως τεχνική έννοια. Συμπερασματικά δεν
είναι υπερβολικό να λεχθεί ότι με τη χρήση της τεχνολογίας και ιδιαίτερα του
διαδικτύου, η προσωπική ζωή Βλ. σχετικά Αλεξ. Καλαντζή, Η Προστασία του ατόμου
από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, ΝοΒ 1996, σελ.
214επ. του ατόμου έχει γίνει διάφανη. Ακόμα και ο πωλητής πίτσας της γειτονιάς
γνωρίζει στοιχεία της προσωπικής ζωής κάποιου (π.χ. πού διαμένει, το τηλέφωνό
του, κάθε πότε παραγγέλνει πίτσα, τι ώρα, πότε δέχθηκε επισκέψεις κλπ.) με
την καταχώρηση της παραγγελίας στον υπολογιστή του. Αν γίνει συσχέτιση δύο
ανάλογων αρχείων π.χ. του Super Market από το οποίο ψωνίζει κάποιος με ειδικές
κάρτες βαθμών και της πιτσαρίας στην οποία είναι καταγεγραμμένος, πολλές λεπτομέρειες
της προσωπικής του ζωής μπορούν να γίνουν φανερές (για τη διασύνδεση αρχείων
βλ. Βασίλειου Τουντόπουλου, Η διασύνδεση Αρχείων του Ν.2472/97, ΝοΒ 1999,
σελ. 1242επ.). Διασύνδεση των αρχείων μπορεί να γίνει δια μέσου του Internet
(υπάρχει ειδικό πρωτόκολλο μεταφοράς αρχείων: File Transfer Protocol FTP)
και είναι νόμιμη μόνο όταν τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 8 του ν.2472/97.
Διαφορετικά, έχουμε κλασσική περίπτωση internet crime που τιμωρείται ποινικά
κατά το άρθρο 22 <200> 3 ν.2472/97.
Σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης, κάθε μέλος
που θα την αποδεχθεί, υποχρεούται να ποινικοποιήσει ορισμένες συμπεριφορές
που έχουν σχέση με το διαδίκτυο. Οι συμπεριφορές αυτές είναι:
α) Η παράνομη πρόσβαση (illegal access).
Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Σύμβασης, κάθε μέλος θα θεσπίσει
νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιερώσει ως ποινικό
αδίκημα, σύμφωνα με την εσωτερική του νομοθεσία, όταν διαπράττεται εκ προθέσεως,
τη χωρίς δικαίωμα πρόσβαση σε ένα σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών ή σε μέρος
αυτού. Το μέρος μπορεί να απαιτεί ότι το αδίκημα θα διαπράττεται ή με παραβίαση
των μέτρων ασφαλείας ή με σκοπό απόκτησης ηλεκτρονικών δεδομένων ή για άλλο
παράνομο σκοπό ή σε σχέση με ένα σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών, που συνδέεται
με άλλο σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών. Το άρθρο αυτό έχει ως στόχο να ποινικοποιήσει
αυτό που στη γλώσσα των ηλεκτρονικών υπολογιστών είναι γνωστό ως hacking.
Ο όρος στα ελληνικά μπορεί να αποδοθεί ως εισβολή. Ως εισβολή μπορεί να οριστεί
η ενέργεια του εισβολέα (hacker) να εισέλθει (διεισδύσει αποκτήσει πρόσβαση),
με διάφορους τεχνικούς τρόπους, σε ξένα συστήματα υπολογιστών. Προστατευόμενο
έννομο αγαθό είναι η ασφάλεια του ηλεκτρονικού συστήματος, δηλαδή η πρόληψη
της πρόσβασης από μη εξουσιοδοτημένα άτομα στο σύστημα. Αποτελεί, δηλαδή,
το άρθρο αυτό, το {ηλεκτρονικό αντίστοιχο στον κυβερνοχώρο της διατάραξης
οικιακής ειρήνης (άρθρο 334 Π.Κ.). Όπως δηλαδή ο δικαιούχος της κατοικίας
έχει το δικαίωμα να ορίζει ποιος μπορεί να εισέρχεται και να παραμένει σ'
αυτή, έτσι και ο {δικαιούχος} του ηλεκτρονικού υπολογιστή δικαιούται να ορίζει
ποιος θα τον χρησιμοποιεί και ποιος θα εισέρχεται σ' αυτόν. Ο δικαιολογητικός
λόγος της ποινικοποίησης της παράνομης πρόσβασης συνίσταται στο γεγονός ότι
κάθε κάτοχος ή χρήστης ηλεκτρονικού υπολογιστή πρέπει να έχει το δικαίωμα
να ορίζει ο ίδιος τα άτομα που μπορούν να έχουν πρόσβαση ή εξουσία χρήσης
του υπολογιστή ή του συστήματος υπολογιστή. Ο όρος πρόσβαση περιλαμβάνει τη
χωρίς εξουσιοδότηση είσοδο σε ολόκληρο τον ηλεκτρονικό υπολογιστή ή μέρος
αυτού (π.χ. σε επιμέρους φακέλους). Δεν περιλαμβάνει όμως τη χωρίς δικαίωμα
αποστολή ηλεκτρονικών μηνυμάτων ή φακέλων.
Για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται πρόθεση, όπως αυτή
προσδιορίζεται σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο κάθε κράτους μέλους. Οι περισσότερες
νομοθεσίες των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης περιλαμβάνουν διατάξεις
σχετικές με την παράνομη πρόσβαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Στην ελληνική
έννομη τάξη η παράνομη πρόσβαση ρυθμίζεται ήδη από το άρθρο 370 Γ 2 Π.Κ. Σύμφωνα
με αυτό F Από θεωρητική άποψη το άρθρο αυτό έχει αναλυθεί επαρκώς, βλ. σχετικά
Χ. Μυλωνόπουλου, όπ.π. σελ. 90 επ., Ε. Βασιλάκη, όπ.π. σελ. 80 επ., Δ. Κιούπη,
όπ.π. σελ. 121επ., Γρ. Λάζου όπ.π. σελ. 95επ., όποιος αποκτά πρόσβαση σε στοιχεία
που έχουν εισαχθεί σε υπολογιστή ή σε περιφερειακή μνήμη υπολογιστή ή μεταδίδονται
με συστήματα τηλεπικοινωνιών, εφ' όσον οι πράξεις αυτές έγιναν χωρίς δικαίωμα,
ιδίως με παραβίαση απαγορεύσεων ή μέτρων ασφαλείας, που είχε λάβει ο νόμιμος
κάτοχός τους, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τρεις μήνες ή με χρηματική ποινή
τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Αν η πράξη αναφέρεται στις διεθνείς σχέσεις
ή στην ασφάλεια του κράτους, τιμωρείται κατά το άρθρο 148.
β) Η αθέμιτη παγίδευση - υποκλοπή (illegal interception)
Σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης, κάθε μέλος θα πρέπει
να θεσπίσει νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιερώσει
ως ποινικό αδίκημα (σύμφωνα με την εσωτερική του νομοθεσία), όταν διαπράττεται
εκ προθέσεως, την παγίδευση - υποκλοπή δεδομένων ηλεκτρονικών υπολογιστών,
από, προς ή μέσα σ' ένα σύστημα υπολογιστών (συμπεριλαμβανομένων ηλεκτρομαγνητικών
εκπομπών από ένα σύστημα υπολογιστών, που μεταφέρει τέτοια στοιχεία), η οποία
γίνεται με τεχνικά μέσα από μη δημόσια εκπομπή. Ένα μέλος μπορεί να απαιτήσει
το αδίκημα να διαπράττεται με παράνομο σκοπό ή σε σχέση με ένα σύστημα υπολογιστών,
το οποίο συνδέεται με άλλο σύστημα.
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε κάθε μορφή υποκλοπής ηλεκτρονικών δεδομένων
είτε αυτά διακινούνται δια του κυβερνοχώρου με μεταφορά φακέλων (file transfer)
είτε με e-mail είτε με FAX. Προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι το δικαίωμα
στην ιδιωτική ζωή και την ασφάλεια των τηλεπικοινωνιών στον κυβερνοχώρο. Αποτελεί,
δηλαδή, το άρθρο αυτό το ηλεκτρονικό αντίστοιχο στον κυβερνοχώρο της παραβίασης
του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας (υποκλοπή).
Στην ελληνική έννομη τάξη η συμπεριφορά αυτή προβλέπεται στο άρθρο 370 Α 1,
2 Π.Κ. Σύμφωνα με αυτό, όποιος αθέμιτα παγιδεύει ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο
παρεμβαίνει σε τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή με σκοπό να πληροφορηθεί ή να
μαγνητοφωνήσει το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων, τιμωρείται
με φυλάκιση. Η χρησιμοποίηση από το δράστη των πληροφοριών ή μαγνητοταινιών
που αποκτήθηκαν με αυτό τον τρόπο θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Επίσης,
όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή μαγνητοφωνεί προφορική
συνομιλία μεταξύ τρίτων, που δεν διεξάγεται δημόσια ή μαγνητοσκοπεί μη δημόσιες
πράξεις τρίτων, τιμωρείται με φυλάκιση.
γ) Επέμβαση σε δεδομένα (Data interference)
Σύμφωνα με το άρθρο 4 της Σύμβασης κάθε μέλος θα πρέπει να
θεσπίσει τέτοια νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιερώσει
ως ποινικά αδικήματα, σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία, όταν διαπράττονται
εκ προθέσεως, την καταστροφή (damaging), τη διαγραφή (deletion), τη χειροτέρευση
(deterioration), τη μεταβολή (alteration) ή την απόκρυψη (suppression) δεδομένων
χωρίς δικαίωμα. Σκοπός του άρθρου αυτού είναι να προστατεύσει τα δεδομένα
(data) και τα προγράμματα των ηλεκτρονικών υπολογιστών ως υλικές υποστάσεις
από οποιαδήποτε επέμβαση (παρεμβολή), που γίνεται με πρόθεση πρόκλησης ζημιάς
σ' αυτά. Προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η ακεραιότητα και η κανονική λειτουργία
ή χρήση των αποθηκευμένων δεδομένων ή των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών.
Ως εγγύτερο άρθρο στην ελληνική έννομη τάξη μπορεί να θεωρηθεί αυτό της φθοράς
ξένης ιδιοκτησίας (άρθρο 381 Π.Κ.).
δ) Επέμβαση σε σύστημα (System Interference)
Σύστημα ηλεκτρονικού υπολογιστή (Computer system) σημαίνει
κάθε συσκευή ή ομάδα συσκευών που είναι εσωτερικά συνδεδεμένες μεταξύ τους
ή με άλλες σχετικές συσκευές, μια ή περισσότερες, από τις οποίες επεξεργάζονται
αυτομάτως δεδομένα (data), σύμφωνα με κάποιο πρόγραμμα. Δεδομένο υπολογιστή
(computer data) συνιστά κάθε αναπαράσταση (representation) γεγονότων (facts),
πληροφοριών ή εννοιών (concepts) σε μορφή κατάλληλη για επεξεργασία σε σύστημα
υπολογιστή, συμπεριλαμβανομένου προγράμματος κατάλληλου να προκαλέσει σ' ένα
σύστημα υπολογιστή την εκτέλεση μιας λειτουργίας. Σύμφωνα με το άρθρο 5 της
Σύμβασης κάθε μέλος θα πρέπει να θεσπίσει τέτοια νομοθετικά και άλλα μέτρα,
που είναι απαραίτητα, για να καθιερώσει ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με την
εθνική του νομοθεσία, όταν διαπράττεται εκ προθέσεως, τη σοβαρή παρεμπόδιση,
χωρίς δικαίωμα, της λειτουργίας ενός συστήματος υπολογιστή, που γίνεται με
εισαγωγή (inputting), μεταφορά (transmitting), καταστροφή (damaging), διαγραφή
(deleting), χειροτέρευση (deterioration), μεταβολή (alteration) ή απόκρυψη
(suppression) δεδομένων υπολογιστών. Το προστατευόμενο έννομο αγαθό στο άρθρο
αυτό είναι το δικαίωμα του χρήστη να έχει μια κανονική λειτουργία του υπολογιστή
του. Η διάταξη αυτή ποινικοποιεί αυτό που στη γλώσσα των ηλεκτρονικών υπολογιστών
είναι γνωστό ως computer sabotage (δολιοφθορά ηλεκτρονικού υπολογιστή).
ε) Κακή χρήση συσκευών (misuse of devices)
Σύμφωνα με το άρθρο 6 της Σύμβασης κάθε μέλος θα πρέπει να
θεσπίσει τέτοια νομοθετικά και άλλα μέτρα, που είναι απαραίτητα, προκειμένου
να καθιερώσει ως ποινικά αδικήματα σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία, όταν
διαπράττονται εκ προθέσεως και χωρίς δικαίωμα, την παραγωγή, πώληση, προετοιμασία
για χρήση, εισαγωγή, διανομή ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο διάθεση μιας συσκευής,
συμπεριλαμβανομένου προγράμματος υπολογιστή που έχει σχεδιαστεί ή προσαρμοστεί
πρωτίστως για τους σκοπούς διάπραξης οποιουδήποτε από τα αδικήματα που θεμελιώνονται
στα άρθρα 2-5 της Σύμβασης.
Στην ελληνική έννομη τάξη το άρθρο αυτό αντιστοιχεί το 370
Α 7 Π.Κ. Σύμφωνα με αυτό, όποιος διαθέτει στο εμπόριο ή με άλλο τρόπο προσφέρει
για εγκατάσταση τεχνικά μέσα, ειδικά μόνο για την τέλεση των πράξεων των 1
και 2 αυτού του άρθρου ή δημόσια διαφημίζει ή προσφέρει τις υπηρεσίες του
για την τέλεσή τους, τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή.
Β) Εγκλήματα σχετιζόμενα με υπολογιστές (Computer related
offences)
α) Πλαστογραφία σχετική με ηλεκτρονικό υπολογιστή (Computer
related forgery)
Σκοπός του άρθρου αυτού είναι να εναρμονίσει τις επιμέρους
νομοθεσίες των κρατών - μελών σε θέματα πλαστογραφίας, που διαπράττονται με
τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή. Κατά το άρθρο 7 της Σύμβασης κάθε κράτος
- μέλος, που θα αποδεχθεί τη Σύμβαση θα πρέπει να θεσπίσει τέτοια νομοθετικά
και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να καθιερώσει ως ποινικά αδικήματα,
σύμφωνα με την εσωτερική του νομοθεσία, όταν διαπράττονται εκ προθέσεως και
χωρίς δικαίωμα, την εισαγωγή, τη μεταβολή, τη διαγραφή ή την απόκρυψη στοιχείων,
που έχουν ως αποτέλεσμα την παραγωγή μη αυθεντικών δεδομένων, με στόχο να
θεωρηθούν ή να χρησιμοποιηθούν για νόμιμους σκοπούς, σαν να ήταν αυθεντικά,
ανεξάρτητα από το εάν τα στοιχεία είναι ευθέως αναγνώσιμα και κατανοητά. Για
τη θεμελίωση της ποινικής ευθύνης, ένα μέλος μπορεί να απαιτήσει σκοπό εξαπάτησης
ή άλλο παρόμοιο παράνομο σκοπό.
Το προστατευόμενο έννομο αγαθό του άρθρου αυτού είναι το
ίδιο με αυτό του άρθρου 216 Π.Κ. (σε συνδ. με άρθρο 13 περ. γ, όπως αυτό προστέθηκε
με το άρθρο 2 ν.1805/88), δηλαδή η ασφάλεια, η αξιοπιστία, η πίστη και η εγκυρότητα
των ηλεκτρονικών δεδομένων, των οποίων η χρήση μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.
Η ηλεκτρονική πλαστογραφία ρυθμίστηκε με τη διεύρυνση του
άρθρου 13 περ. γ Π.Κ., που έγινε με το άρθρο 2 ν. 1805/88. Σύμφωνα με αυτό
ως έγγραφο θεωρείται και κάθε μέσο το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή
ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για
εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να
διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό,
στο οποίο εγγράφονται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς
ή σε συνδυασμό, εφ' όσον τα μέσα
και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα. Για τη διάρκεια, την εγγύηση
και την απόδειξη ως επιμέρους ιδιότητες των εγγράφων βλ. Ειρήνης Βασιλάκη.
Η καταπολέμηση της εγκληματικότητας μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών, σειρά ΠΟΙΝΙΚΑ,
Νο 40, σελ. 133επ. να αποδείξουν γεγονότα που έχουν έννομη σημασία.
β) Απάτη σχετική με ηλεκτρονικό υπολογιστή (Computer related
fraud)
Σκοπός του άρθρου αυτού είναι να ποινικοποιήσει κάθε παράνομη
παραποίηση που γίνεται κατά τη διαδικασία της επεξεργασίας των δεδομένων,
με σκοπό να επιτευχθεί παράνομη μεταφορά ιδιοκτησίας (χρημάτων).
Σύμφωνα με το άρθρο 8 της Σύμβασης κάθε μέλος θα πρέπει να
θεσπίσει τέτοια νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να καθιερώσει
ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με την εσωτερική του νομοθεσία, όταν διαπράττεται
εκ προθέσεως και χωρίς δικαίωμα, την απώλεια περιουσίας με:
α) οποιαδήποτε εισαγωγή, τροποποίηση, διαγραφή ή απόκρυψη
δεδομένων υπολογιστών,
β) οποιαδήποτε επέμβαση στη λειτουργία ενός υπολογιστή ή
συστήματος υπολογιστών, με σκοπό να επιφέρει χωρίς δικαίωμα οικονομικό όφελος
στον εαυτό του ή σε άλλον.
Για τη θεμελίωση της ποινικής ευθύνης, ένα μέλος μπορεί να
απαιτήσει σκοπό εξαπάτησης ή άλλο παρόμοιο παράνομο σκοπό. Αντιστοιχεί το
άρθρο αυτό της Σύμβασης στο 386 Α Π.Κ., όπως αυτό προστέθηκε Ανάλυση του άρθρου
386Α Π.Κ. βλ. Χρ. Μυλωνόπουλου, Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, εκδ. Σάκκουλα,
2000, σελ. 548επ με το άρθρο 5 ν.1805/88.
Γ) Εγκλήματα σχετικά με το περιεχόμενο (Content-related
offences)
Στην κατηγορία των εγκλημάτων που έχουν σχέση με το περιεχόμενο.
Και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έμεινε αδιάφορη απέναντι στο ηλεκτρονικό έγκλημα
γενικότερα και στον κυβερνοχώρο (Internet) ειδικότερα. Έτσι στις 17.2.1997
εκδίδεται το Νο 97/C 70/01 ψήφισμα του Συμβουλίου και των αντιπροσώπων των
κυβερνήσεων των κρατών μελών, που συνήλθαν στα πλαίσια του Συμβουλίου της
Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κύριο χαρακτηριστικό του ψηφίσματος αυτού είναι ότι η Ευρωπαϊκή
Ένωση αναγνωρίζει τις ωφέλειες που προσφέρει ο κυβερνοχώρος, ιδιαίτερα στον
τομέα της εκπαίδευσης, παρέχοντας δυνατότητες στους πολίτες, μειώνοντας τα
εμπόδια ως προς τη δημιουργία και τη διανομή περιεχομένου και προσφέροντας
ευρεία πρόσβαση σε όλο και πλουσιότερες πηγές ψηφιακών πληροφοριών. Αναγνωρίζει
επίσης το παραπάνω ψήφισμα την ανάγκη καταπολέμησης της παράνομης χρήσης των
τεχνικών δυνατοτήτων του κυβερνοχώρου, ιδιαίτερα για αξιόποινες πράξεις κατά
των παιδιών. Πριν από την έκδοση του ψηφίσματος αυτού είχαν γίνει για το θέμα
διάφορες επίσημες ή ανεπίσημες συναντήσεις. Χαρακτηριστικό επίσης του ψηφίσματος
αυτού είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση διαχωρίζει το περιεχόμενο (content) του
διαδικτύου, δηλαδή τα δεδομένα στοιχεία (data), που διακινούνται, σε παράνομο
και επιβλαβές. admin, που διακινείται στον κυβερνοχώρο περιλαμβάνεται η ποινικοποίηση
συγκεκριμένης συμπεριφοράς, που σχετίζεται με την παιδική πορνογραφία. Σκοπός
της διάταξης αυτής είναι να εναρμονίσει τις νομοθεσίες των
κρατών - μελών, που θα αποδεχθούν τη Σύμβαση, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να προστατεύσουν
τη σεξουαλική εκμετάλλευση των ανηλίκων. Η σχέση των ανηλίκων με το διαδίκτυο
(Internet) θα πρέπει να εξεταστεί από δύο οπτικές γωνίες. Από την πλευρά του
ανήλικου ως χρήστη και από την πλευρά του ανήλικου ως θύματος του διαδικτύου.
Το πότε, σε ποια δηλαδή ηλικία, θα αρχίσει ο ανήλικος να χρησιμοποιεί το διαδίκτυο
δεν είναι θέμα νομικό, αλλά θέμα της παιδαγωγικής επιστήμης. Σχετικές γνώσεις
βέβαια για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές (Computer) λαμβάνουν οι μαθητές
από τις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου. Η προστασία όμως των ανηλίκων από τους
κινδύνους που διατρέχουν λόγω κακής χρήσης του διαδικτύου είναι θέμα και της
πολιτείας και του ποινικού δικαίου. Οι κίνδυνοι που μπορεί ν' αντιμετωπίσει
ένα παιδί κατά τη χρήση του διαδικτύου εντοπίζονται: Στην επαφή με ακατάλληλο
υλικό (βία, sex κ.λπ.), στη σεξουαλική παρενόχληση (επαφή με παιδεραστές κλπ.),
στην απόσπαση διαφόρων στοιχείων που αφορούν το ίδιο ή την οικογένεια και
τα οποία θα χρησιμοποιηθούν από το δράστη σε βάρος του παιδιού ή της οικογένειας.η
οποία, σημειωτέον, κατά τα τελευταία χρόνια έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις,
ιδιαίτερα στο χώρο του διαδικτύου. Για το θέμα βλ. σχετικά Σεξουαλική κακοποίηση
των παιδιών και παιδοφιλία στο Internet, πρακτικά συνεδρίου που διοργάνωσε
το Ίδρυμα για το παιδί και την οικογένεια, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2000.
Πορνογραφία είναι γενικά η αναπαράσταση της ερωτικής συμπεριφοράς. Αναπαράσταση
σε βιβλία, πίνακες, κινηματογραφικές ταινίες κ.λπ. Γενικώς η εξέλιξη της τεχνολογίας
συνέβαλε τα μέγιστα στον πολλαπλασιασμό και τη διάδοση του πορνογραφικού υλικού.
Οι εμπλεκόμενοι στο θέμα παράνομοι εκμεταλλεύονται τη διαφορά της νομοθεσίας
από κράτος σε κράτος, καθότι αλλού η παιδική πορνογραφία θεωρείται αδίκημα
με καθορισμένη αντικειμενική υπόσταση, ενώ αλλού εμπίπτει στο γενικό νόμο
περί ασέμνων. Οι σχετικοί (διεθνείς) όροι που χρησιμοποιούνται στο διαδίκτυο
για θέματα πορνογραφίας είναι cyber porn (κυβερνοπορνό) και cyber-sex (κυβερνοσεξ).
Γενικώς η πώληση sex, και ειδικότερα η πορνογραφία, αποτελεί τη μεγαλύτερη
βιομηχανία του κυβερνοχώρου. Ατυχώς η βιομηχανία αυτή έχει πέσει στα χέρια
επιχειρηματιών, οι οποίοι έχουν δημιουργήσει χιλιάδες θέσεις (sites) που πουλάνε
sex οποιασδήποτε μορφής Βλ. Χρήστου Νικολα|δη, Σκοτεινή πλευρά του Internet,
Εκδόσεις Anubis, 1999, σελ. 189επ.Β Η παιδική πορνογραφία είναι ειδικότερη
μορφή της πορνογραφίας. Περιλαμβάνει υλικό με ανήλικους σε σεξουαλικές ερωτικές
επαφές. Το υλικό αυτό διανέμεται δια μέσου του διαδικτύου, με διάφορους τρόπους.
Πριν την ανάπτυξη και διάδοση του διαδικτύου, η ικανοποίηση των σχετικών με
την παιδική πορνογραφία ιδιαιτεροτήτων γινόταν με άλλα μέσα, π.χ. κλειστές
ομάδες (club) ατόμων, σεξοτουρισμός σε διάφορες χώρες κ.λπ. Σύμφωνα με το
άρθρο 9 της Σύμβασης κάθε μέλος θα πρέπει να θεσπίσει τέτοια νομοθετικά και
άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να καθιερώσει ως ποινικά αδικήματα, σύμφωνα
με την εσωτερική του νομοθεσία, όταν διαπράττονται χωρίς δικαίωμα και εκ προθέσεως
τις παρακάτω συμπεριφορές:
α) παραγωγή παιδικής πορνογραφίας με σκοπό τη διανομή της,
διαμέσου συστήματος ηλεκτρονικού υπολογιστή,
β) προσφορά ή διάθεση πορνογραφικού υλικού δια μέσου συστήματος
ηλεκτρονικού υπολογιστή,
γ) διανομή ή εκπομπή πορνογραφικού υλικού δια μέσου συστήματος
ηλεκτρονικού υπολογιστή,
δ) προετοιμασία παιδικής πορνογραφίας μέσω ενός συστήματος
υπολογιστών για τον εαυτό του ή για άλλον,
ε) κατοχή παιδικής πορνογραφίας σε σύστημα ηλεκτρονικού υπολογιστή
ή σε δεδομένα ηλεκτρονικού υπολογιστή αποθηκευμένα σε κάποιο μέσο.
Για τους σκοπούς της περίπτωσης α, η παιδική πορνογραφία
θα περιλαμβάνει πορνογραφικό υλικό που οπτικώς αναπαριστά:
α) ανήλικο εμπλεκόμενο σε σεξουαλική σαφή συμπεριφορά,
β) άτομο που παριστάνει έναν ανήλικο να εμπλέκεται σε σεξουαλική
σαφή συμπεριφορά,
γ) ρεαλιστικές εικόνες που παριστάνουν έναν ανήλικο να εμπλέκεται
σε σεξουαλική σαφή συμπεριφορά.
Ο όρος ανήλικος θα περιλαμβάνει όλα τα πρόσωπα ηλικίας κάτω
των δεκαοκτώ (18) ετών. Ένα μέρος μπορεί, όμως, να απαιτήσει κατώτερο όριο
ηλικίας, το οποίο δεν πρέπει να είναι μικρότερο των δεκαέξι (16) ετών.
Στην ελληνική έννομη τάξη δεν υπάρχει ειδική νομοθεσία σχετική
με την παιδική πορνογραφία. Διευκρινίζεται ότι ήδη καταρτίζεται σχετικό νομοθετικό
πλαίσιο από επιτροπή του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Το θέμα καλύπτεται, όχι όμως
κατά την άποψή μας επαρκώς, από το άρθρο 29 ν.5060/1931 περί τύπου, προσβολών
της τιμής εν γένει και άλλων σχετικών διατάξεων. Ομοίως το θέμα της παιδικής
πορνογραφίας δεν καλύπτεται από το άρθρο 349 Π.Κ. (μαστροπεία), για τη θεμελίωση
της αντικειμενικής υπόστασης του οποίου, πρέπει να αποδειχθεί ότι ο δράστης
προάγει σε πορνεία ή εξωθεί στη διαφθορά ανήλικα πρόσωπα.
Δ)Αδικήματα σχετικά με παραβιάσεις πνευματικών και συγγενικών
δικαιωμάτων (Offences related to infringement of copyright and related rights).
Τα εγκλήματα που σχετίζονται με τις παραβιάσεις των πνευματικών
δικαιωμάτων είναι από τα συχνότερα παρουσιαζόμενα (ίσως τα πλέον διαδεδομένα)
στον κυβερνοχώρο.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 της Σύμβασης κάθε μέρος θα πρέπει
να θεσπίσει τέτοια νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να θεμελιώσει
ως ποινικά αδικήματα, σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία, την παραβίαση των
πνευματικών δικαιωμάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται σύμφωνα με το νόμο αυτού
του μέρους, σύμφωνα με υποχρεώσεις που έχουν αναληφθεί με την πράξη των Παρισίων
της 24ης Ιουλίου 1971 (Paris Act of July 24, 1971), τη Σύμβαση της Βέρνης
για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών δημιουργημάτων (Bern
Convention for the protection of Literary and Artistic Works), τη Συμφωνία
Εμπορίου, σχετική με τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (the Agreement
on Trade related Aspects of Intellectual Property Rights) και τη συνθήκη WIPO
για τα πνευματικά δικαιώματα (the WIPO copyright Treaty) με την εξαίρεση κάθε
ηθικού δικαιώματος, που προκύπτει από τέτοιες Συμβάσεις, όταν αυτές οι πράξεις
διαπράττονται εκ προθέσεως για εμπορικούς σκοπούς μέσω ενός συστήματος υπολογιστών.
Ένα μέρος μπορεί να διατηρήσει το δικαίωμα να μην επιβάλλει
ποινική ευθύνη σε περιορισμένες περιπτώσεις, με την προϋπόθεση ότι άλλα αποτελεσματικά
μέτρα είναι διαθέσιμα και ότι αυτή η επιφύλαξη δεν αποκλίνει από τις διεθνείς
υποχρεώσεις του μέλους, όπως προωθούνται από τα διεθνή όργανα, που αναφέρονται
στο άρθρο. Σκοπός της διάταξης του άρθρου 10 της Σύμβασης είναι να εναρμονίσει
τις νομοθεσίες των κρατών - μελών, που θα αποδεχθούν τη Σύμβαση κατά τέτοιο
τρόπο, ώστε να αντιμετωπίζουν ενιαία από ποινική άποψη τις σχετικές παραβιάσεις
των πνευματικών δικαιωμάτων.
Για τις σχετικές με το θέμα παραβάσεις ισχύει στην ελληνική
έννομη τάξη ο ν.2121/1993. Δεν είναι υπερβολικό να λεχθεί ότι ο νόμος αυτός
μπορεί να καλύψει (θεωρητικά τουλάχιστον) κάθε περίπτωση παράβασης πνευματικής
ιδιοκτησίας που διαπράττεται στον κυβερνοχώρο., Έχει λεχθεί ότι ο νόμος αυτός
{διαπνέεται από όλα τα σύγχρονα ρεύματα, που έχουν αποτυπωθεί στις εθνικές
νομοθεσίες των ευρωπαϊκών κυρίως χωρών και είναι εναρμονισμένος με την οδηγία
91/250/ΕΟΚ για τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών
Βλ. σχετικά Διονυσίας Καλλινίκου, Τα Θεμελιώδη Θέματα του Νόμου 2121/1993
για την πνευματική ιδιοκτησία και τα Συγγενικά Δικαιώματα εκδ.Σάκκουλα, Αθήνα
1994, σελ. 15 και Αναστάσιου Παρθένη, Πνευματική Ιδιοκτησία και INTERNET,
Αντεγκληματική Πολιτική ΙΙ, σειρά ΠΟΙΝΙΚΑ, Νο 59, σελ 447.
1. Συμπεράσματα
Όσο εξελίσσεται η τεχνολογία τόσο εμφανίζονται και νέες μορφές
εγκληματικών δραστηριοτήτων. Η {σκοτεινή} αυτή πλευρά της τεχνολογίας δεν
πρέπει να μας αποτρέπει από το να επισημαίνουμε τις θετικές πλευρές του κυβερνοχώρου.
Ο κυβερνοχώρος από μόνος του δεν διαθέτει ηθική. Δεν είναι από μόνος του ούτε
καλός ούτε κακός. ~Εχει την ηθική που εμείς, οι χρήστες του προσδίδουμε. Ο
κυβερνοχώρος δεν είναι τίποτα άλλο, παρά η κοινωνία μας, ο κόσμος μας στην
ηλεκτρονική του διάσταση.
Έχει γίνει πλέον φανερό ότι το ήδη υπάρχον νομικό οπλοστάσιο
δεν επαρκεί για την αντιμετώπιση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο. Η αντιμετώπισή
του δεν μπορεί να γίνει μονομερώς, από κάθε κράτος χωριστά. Απαιτείται συλλογική
αντιμετώπιση. Στην έννοια της συλλογικής αντιμετώπισης δεν πρέπει να συμπεριληφθεί
μόνο η πολιτεία, αλλά και κάθε επιμέρους φορέας, στο βαθμό βέβαια που αυτός
μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση της νέας αυτής ηλεκτρονικής εγκληματικότητας.
Η Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, για παράδειγμα, θα πρέπει να καθιερώσει
ιδιαίτερο και ξεχωριστό μάθημα σε προπτυχιακό επίπεδο για την ηλεκτρονική
εγκληματικότητα τόσο στην ποινική όσο και στην αστική, αλλά προπάντων στην
εμπορική κατεύθυνση. Ο σημερινός φοιτητής είναι ο αυριανός Δικαστής, Εισαγγελέας,
Δικηγόρος και Νομικός γενικότερα. Αυτός θα μεταφέρει και θα εφαρμόσει στο
πεδίο της πράξης, τις νομικές εκείνες γνώσεις που έχει αποκτήσει στη νομική
σχολή. Για να παύσει να γίνεται λόγος για Δικαστές και Εισαγγελείς, που δεν
έχουν ιδέα}για θέματα ηλεκτρονικής εγκληματικότητας, επιβάλλεται να καθιερωθούν
ειδικά σεμινάρια τόσο στη Σχολή Δικαστών όσο και στη Σχολή Μετεκπαίδευσης
Δικαστικών Λειτουργών. Αυτό επιβάλλεται να γίνει χωρίς καθυστέρηση. Όχι στο
άμεσο μέλλον, αλλά αμέσως τώρα, από τους ήδη υπηρετούντες στη Σχολή Δικαστών.
Το ηλεκτρονικό έγκλημα δεν περιμένει. Είναι εσφαλμένη η αντίληψη ότι το ηλεκτρονικό
έγκλημα αποτελεί το έγκλημα του μέλλοντος. Η πραγματικότητα είναι ότι αποτελεί
το έγκλημα του παρόντος, υπάρχει, ανθεί νκαι αναπτύσσεται γύρω μας, χωρίς
να το αντιλαμβανόμαστε. Και αυτό, γιατί<+> δεν έχουμε τις απαιτούμενες
γνώσεις. Είναι βέβαιο ότι, εάν η πολιτεία δεν φροντίσει για την εκπαίδευση
του αρμοδίου για την έρευνα, δίωξη και εκδίκαση του ηλεκτρονικού εγκλήματος
προσωπικού της, θα υπάρξει (στο πολύ σύντομο μέλλον) αδυναμία απονομής ορθής
δικαιοσύνης σε θέματα εγκληματικότητας του κυβερνοχώρου και ηλεκτρονικής εγκληματικότητας
γενικότερα.
2. Προτάσεις
Ο νομοθέτης θα πρέπει να ρυθμίσει τη σκοτεινή πλευρά του
διαδικτύου. Στο ποινικό πεδίο η ρύθμιση αυτή πρέπει να συνίσταται στην καθιέρωση
νέων μορφών αντικειμενικών υποστάσεων, που θα θέτουν όρια στη συμπεριφορά
όσων χρησιμοποιούν το διαδίκτυο. Αυτό δεν μπορεί να γίνει μονομερώς, από κάθε
κράτος χωριστά. Απαιτείται συλλογική αντιμετώπιση του προβλήματος, με την
κατάρτιση και τη θέση σε ισχύ σχετικών με το θέμα Διεθνών Συμβάσεων. Στις
συμβάσεις αυτές θα πρέπει να επιλύονται με σαφήνεια, και όσο το δυνατόν μεγαλύτερη
ακρίβεια, θέματα που αφορούν τη δικονομική αντιμετώπιση των προβλημάτων που
ανακύπτουν κατά την έρευνα, τη συλλογή και εκτίμηση των ηλεκτρονικών αποδεικτικών
στοιχείων. Ιδιαίτερη βαρύτητα θα πρέπει επίσης να δοθεί και στον τομέα της
Διεθνούς Δικαστικής Συνδρομής. Κατά τη θέσπιση των διατάξεων αυτών επιβάλλεται
να ληφθεί υπόψη η ελεύθερη διακίνηση των ιδεών και οι λοιπές συνταγματικές
αρχές, που ισχύουν στον κοινό δικαιικό χώρο.