Members Login

Εγγραφή
Username:
Password:

Σύγκριση των Γενικών Προϋποθέσεων της Αστικής και της Ποινικής Ευθύνης
Άρθρο του Ιωάννη Δ. Κονομόδη, Δικηγόρου
16/05/2018 12:56 - Ιωάννης Δ. Κονομόδης, Δικηγόρος

Οι γενικές προϋποθέσεις της αστικής ευθύνης, έτσι όπως προκύπτουν από το πιο θεμελιώδες άρθρο που την εγκαθιδρύει, δηλαδή το άρθρο 914 ΑΚ, και έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί από την θεωρία επί τη βάσει της ερμηνείας του ανωτέρω άρθρου, είναι οι εξής:

1. Η παράνομη πράξη.
2. Η υπαιτιότητα. Η τελευταία, προκειμένου να υπάρχει, προϋποθέτει την ύπαρξη της ικανότητος προς καταλογισμό. Αυτό συνάγεται από την ίδια την έννοια της ικανότητος προς καταλογισμό, η οποία ορίζεται ως η ικανότητα ενός προσώπου να βαρύνεται με πταίσμα, δηλαδή υπαιτιότητα, γι’ αυτό και εναλλακτικά ονομάζεται ικανότητα για πταίσμα, δηλαδή ικανότητα για υπαιτιότητα. Η ύπαρξη της ικανότητος προς καταλογισμό ως προϋπόθεση της αστικής ευθύνης προκύπτει και από τα άρθρα 915-917 ΑΚ, τα οποία αποκλείουν την αστική ευθύνη του ανίκανου προς καταλογισμό και θέτουν προϋποθέσεις στην αστική ευθύνη του μειωμένα ικανού προς καταλογισμό.

3. Η ζημία.
4. Η αιτιώδης συνάφεια παρανομίας και ζημίας.
      Από την άλλη πλευρά, οι γενικές προϋποθέσεις της ποινικής ευθύνης, έτσι όπως προκύπτουν από το πιο θεμελιώδες άρθρο που την εγκαθιδρύει, δηλαδή το άρθρο 14 ΠΚ, και έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί από την θεωρία επί τη βάσει της ερμηνείας του ανωτέρω άρθρου, είναι οι εξής:
1. Η πράξη να τιμωρείται από ποινικό νόμο.
2. Η πράξη να είναι άδικη.
3. Η πράξη να είναι καταλογιστή. Όπως δέχεται η θεωρία, η πράξη είναι καταλογιστή όταν ο δράστης έχει ταυτόχρονα: α) ικανότητα προς καταλογισμό, β) υπαιτιότητα και γ) το άλλως δύνασθαι πράττειν (ή, όπως καλείται διαφορετικά, το ανθρωπίνως φευκτόν της υπαιτιότητος).

      Όπως γίνεται φανερό, οι γενικές προϋποθέσεις της αστικής και της ποινικής ευθύνης εν μέρει είναι ίδιες και εν μέρει διαφορετικές. Εδώ θα εστιάσουμε σε δύο από τις διαφορές τους, δηλαδή: α) στην απόκλιση της έννοιας της παράνομης πράξης εν συγκρίσει με την έννοια της πράξης που τιμωρείται από τον ποινικό νόμο και β) στην απουσία της έννοιας του άλλως δύνασθαι πράττειν από το αστικό δίκαιο εν συγκρίσει με την παρουσία της στο ποινικό δίκαιο.

      Όσον αφορά την πρώτη διαφορά, η παράνομη πράξη του αστικού δικαίου είναι εν μέρει στενότερη και εν μέρει ευρύτερη έννοια από την ποινικά κολάσιμη πράξη του ποινικού δικαίου. Είναι εν μέρει στενότερη διότι, για να χαρακτηρισθεί μια πράξη ως παράνομη κατά το αστικό δίκαιο, προϋποτίθεται ότι είναι, κατά το ποινικό δίκαιο, τόσο ποινικά κολάσιμη όσο και άδικη. Δεν αρκεί να είναι μόνο τιμωρητέα από τον ποινικό νόμο, δηλαδή να πληροί απλώς την ειδική υπόσταση ενός εγκλήματος. Θα πρέπει να είναι και άδικη, δηλαδή να μην υπάγεται σε κάποιον λόγο άρσης του άδικου χαρακτήρα της. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι οι λόγοι άρσης του παρανόμου της πράξης στο αστικό δίκαιο αντιστοιχούν στους λόγους άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης στο ποινικό δίκαιο. Η ρύθμιση, δηλαδή, της άρσης του παρανόμου της πράξης στις περιπτώσεις της άμυνας στο άρθρο 284 ΑΚ αντιστοιχεί στην ρύθμιση της άρσης του αδίκου της πράξης στις ίδιες περιπτώσεις στο άρθρο 22 ΠΚ. Η ρύθμιση της άρσης του παρανόμου της πράξης στις περιπτώσεις της κατάστασης ανάγκης στο άρθρο 285 ΑΚ αντιστοιχεί στην ρύθμιση της άρσης του αδίκου της πράξης στις ίδιες περιπτώσεις στο άρθρο 25 ΠΚ. Αλλά και η ρύθμιση της άρσης του παρανόμου της πράξης στις περιπτώσεις της ενάσκησης δικαιώματος που επιβάλλεται από τον νόμο στα άρθρα 1095 και 1108 παρ.2 ΑΚ αντιστοιχεί στην ρύθμιση της άρσης του αδίκου της πράξης στις ίδιες περιπτώσεις στο άρθρο 20 ΠΚ.

Για παράδειγμα, ο τραυματισμός που καταφέρνει ο Α στον Β επειδή ο Β επιχειρεί να τον σκοτώσει είναι πράξη που τιμωρείται από τον ποινικό νόμο (κατ’ αρχήν άδικη, 308 ΠΚ – απλή σωματική βλάβη), δεν είναι όμως παράνομη πράξη, αφού το άδικό της αίρεται λόγω άμυνας (284 ΑΚ, 22 ΠΚ). Το σπάσιμο της πόρτας της αποθήκης του Β από τον Α για να χρησιμοποιήσει τον ευρισκόμενο σε αυτήν πυροσβεστήρα και να σβήσει την φωτιά που απειλεί την οικία του Β είναι πράξη που τιμωρείται από τον ποινικό νόμο (κατ’ αρχήν άδικη, 381 ΠΚ – φθορά ξένης ιδιοκτησίας), δεν είναι όμως παράνομη πράξη, αφού το άδικό της αίρεται λόγω κατάστασης ανάγκης (285 ΑΚ, 25 ΠΚ). Ακόμη, η παραμονή από τον μισθωτή εντός της ιδιοκτησίας του εκμισθωτή είναι πράξη που τιμωρείται από τον ποινικό νόμο (κατ’ αρχήν άδικη, 334 ΠΚ – διατάραξη οικιακής ειρήνης), δεν είναι όμως παράνομη πράξη, αφού το άδικό της αίρεται διότι συνιστά ενάσκηση δικαιώματος (1095 και 1108 παρ.2 ΑΚ, 20 ΠΚ).
     
Από την άλλη πλευρά, η παράνομη πράξη του αστικού δικαίου είναι εν μέρει ευρύτερη έννοια από την ποινικά κολάσιμη πράξη του ποινικού δικαίου διότι, για να χαρακτηρισθεί μια πράξη ως παράνομη κατά το αστικό δίκαιο, αρκεί να είναι παράνομη είτε κατά το αστικό, είτε κατά το ποινικό, είτε κατά το διοικητικό δίκαιο. Στις διατάξεις οποιουδήποτε από τους παραπάνω κλάδους του δικαίου και αν αντιβαίνει, είναι παράνομη, και δεν είναι απαραίτητο να είναι τιμωρητέα από ποινικό νόμο.
     
Για παράδειγμα, η από αμέλεια του Α πρόσκρουση με το αυτοκίνητό του στο αυτοκίνητο του Β και η πρόκληση εκ του λόγου αυτού υλικών ζημιών στο τελευταίο είναι παράνομη πράξη, αφού προσβάλλει την κυριότητα του Β στο όχημά του (1000 ΑΚ), δεν είναι όμως ποινικά κολάσιμη, γιατί το έγκλημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας (381 ΠΚ) προϋποθέτει δόλο. Η μη καταβολή διατροφής από τον πατέρα στον ανήλικο υιό του είναι παράνομη πράξη, αφού παραβιάζει το άρθρο 1486 ΑΚ, δεν είναι όμως ποινικά κολάσιμη, εκτός αν η υποχρέωσή του αυτή έχει αναγνωρισθεί με δικαστική απόφαση (232 Α ΠΚ). Ακόμη, η οδήγηση με χαμηλή – αλλά πάνω από το νόμιμο όριο - συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα είναι παράνομη πράξη, αφού παραβιάζει το άρθρο 42 παρ.7 περ.α’ ΚΟΚ, δεν είναι όμως, κατά το ίδιο άρθρο, ποινικά κολάσιμη.
     
Όσον αφορά την δεύτερη διαφορά, την απουσία, δηλαδή, της έννοιας του άλλως δύνασθαι πράττειν από το αστικό δίκαιο εν συγκρίσει με την παρουσία της στο ποινικό δίκαιο, το άλλως δύνασθαι πράττειν εν μέρει ενσωματώνεται, στο πλαίσιο του αστικού δικαίου, στην έννοια της ικανότητος προς καταλογισμό και εν μέρει, συνηθέστερα, είναι εντελώς απόν από το αστικό δίκαιο. Στην πρώτη περίπτωση, ο δρων χωρίς το άλλως δύνασθαι πράττειν θεωρείται ανίκανος προς καταλογισμό και δεν ευθύνεται ούτε κατά το αστικό δίκαιο. Στην δεύτερη περίπτωση, ο δρων χωρίς το άλλως δύνασθαι πράττειν πληροί όλες τις προϋποθέσεις της αστικής ευθύνης και είναι υπόχρεος προς αποζημίωση/χρηματική ικανοποίηση.
     
Για παράδειγμα, ο ψυχοπαθής που προσπάθησε να σκοτώσει κάποιον στα κρυφά επειδή πίστευε ότι ήταν ο διάβολος δεν θα τιμωρηθεί για απόπειρα ανθρωποκτονίας (299 και 42 ΠΚ), αφού λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών του λειτουργιών δεν είχε την ικανότητα να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο της πράξης του, δεν είχε δηλαδή το άλλως δύνασθαι πράττειν (34 ΠΚ).  Ούτε, όμως, οφείλει αποζημίωση στον παθόντα γιατί, λόγω διανοητικής διαταραχής που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της κρίσης και της βούλησής του, δεν είχε την ικανότητα προς καταλογισμό (915 ΑΚ).
     
Από την άλλη πλευρά, και συνεχίζοντας με παραδείγματα, ο Α, ο οποίος χορήγησε στον ανίατα πάσχοντα Β, έπειτα από έντονη παράκληση του τελευταίου, δηλητήριο με ένεση επειδή νόμιζε δικαιολογημένα ότι αυτό επιτρέπεται, δεν θα τιμωρηθεί για ανθρωποκτονία με συναίνεση (300 ΠΚ) λόγω της νομικής του πλάνης (31 παρ.2 ΠΚ), η οποία αποκλείει το άλλως δύνασθαι πράττειν του. Οφείλει, όμως, χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους συγγενείς του θανόντος, αφού δεν μπορεί να θεωρηθεί ανίκανος προς καταλογισμό (915 ΑΚ), συνεπώς η πράξη του πληροί όλες τις προϋποθέσεις της ευθύνης από αδικοπραξία. Ο Α, ο οποίος, για να σβήσει την φωτιά που πήρε η τσάντα του, την κάλυψε με το ίσης περίπου αξίας παλτό του Β, δεν θα τιμωρηθεί για φθορά ξένης ιδιοκτησίας (381 ΠΚ) λόγω κατάστασης ανάγκης που αποκλείει το άλλως δύνασθαι πράττειν του (32 ΠΚ). Οφείλει, όμως, αποζημίωση στον Β, αφού δεν μπορεί να θεωρηθεί ανίκανος προς καταλογισμό (915 ΑΚ), συνεπώς η πράξη του πληροί όλες τις προϋποθέσεις της ευθύνης από αδικοπραξία.

Τέλος, ο Α, ο οποίος σε εναντίον του επίθεση από τον Β υπερβαίνει τα όρια της άμυνας λόγω του φόβου που του προκάλεσε η επίθεση, δεν θα τιμωρηθεί για επικίνδυνη σωματική βλάβη του Β (309 ΠΚ) λόγω δικαιολογημένης υπέρβασης της άμυνας (23 ΠΚ), η οποία αποκλείει το άλλως δύνασθαι πράττειν του. Οφείλει, όμως, αποζημίωση στον Β, αφού δεν μπορεί να θεωρηθεί ανίκανος προς καταλογισμό (915 ΑΚ), συνεπώς η πράξη του πληροί όλες τις προϋποθέσεις της ευθύνης από αδικοπραξία.

                                                                                                       Ιωάννης Δ. Κονομόδης
                                                                                                            Δικηγόρος

 

Δείτε μελέτες του ίδιου συγγραφέα