Members Login

Εγγραφή
Username:
Password:

Δίκαιο & Τεχνολογία

ΑΠΔΠΧ: Πρόστιμο για δημοσίευση έγκλησης στο διαδίκτυο
Πρόστιμο για δημοσίευση έγκλησης στο διαδίκτυο
13/03/2017 17:09
ΑΠΔΠΧ: Πρόστιμο για δημοσίευση έγκλησης στο διαδίκτυο

Αθήνα, 13-02-2017
Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/1106/13-02-2017


Α Π Ο Φ Α Σ Η 7/2017
(Τµήµα)

Η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε µετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε σύνθεση Τµήµατος στην έδρα της την Tετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017 και ώρα 10:00 π.µ., προκειµένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσης. Παρέστησαν ο Αναπληρωτής Πρόεδρος, Γεώργιος Μπατζαλέξης, κωλυοµένου του Προέδρου της Αρχής, Κωνσταντίνου Μενουδάκου, και τα αναπληρωµατικά µέλη Παναγιώτης Ροντογιάννης και Γρηγόριος Τσόλιας, ως εισηγητής, σε αναπλήρωση των τακτικών µελών Αντωνίου Συµβώνη, και Χαράλαµπου Ανθόπουλου, αντίστοιχα, οι οποίοι, αν και εκλήθησαν νοµίµως εγγράφως, δεν παρέστησαν λόγω κωλύµατος. ∆εν προσήλθε αν και εκλήθη νοµίµως εγγράφως το τακτικό µέλος Σπυρίδων Βλαχόπουλος και το αναπληρωµατικό αυτού µέλος Χαράλαµπος Τσιλιώτης. Παρούσες χωρίς δικαίωµα ψήφου ήταν η Φερενίκη Παναγοπούλου, νοµικός ελεγκτής - δικηγόρος, ως βοηθός εισηγήτρια και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τµήµατος διοικητικών και οικονοµικών υποθέσεων, ως γραµµατέας.

Η Αρχή έλαβε υπόψη της τα παρακάτω:

Στην Αρχή διαβιβάστηκε η υπ. αριθµ. Γ/ΕΙΣ/7751/04-12-2013 προσφυγή του A, δηµοσίου υπαλλήλου – ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας, σχετικά µε ηλεκτρονικό δηµοσίευµα της X (εφεξής X) µε τίτλο «….» (στο ηλεκτρονικό τεύχος …/…, .. άρθρο), το οποίο αναφέρεται στο γεγονός της υποβολής εγκλήσεων µεταξύ του ιδίου και του B, ιδιοκτήτη και διευθυντή σχολής εκπαιδεύσεως χειριστών µε την επωνυµία “Ψ”, επαναλαµβάνοντας, σύµφωνα µε τον προσφεύγοντα Α, αυτολεξεί τους ισχυρισµούς του εγκαλουµένου, Β, και λαµβάνοντας σαφή θέση υπέρ της δικής του εκδοχής σχετικά µε το επίµαχο περιστατικό, ενώ κατά το διάστηµα αυτό οι µεν εγκλήσεις τελούσαν υπό διερεύνηση, η δε διενεργηθείσα Ε.∆.Ε. είχε δικαιώσει τον ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας. Στο άρθρο αυτό, το οποίο ο Α επισυνάπτει στην προσφυγή του προς την Αρχή, αναφέρεται ότι «τα νοµικά κείµενα της υπόθεσης είναι στη διάθεση οποιουδήποτε έχει λόγο να ενηµερωθεί».

Στο υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/6743/24-10-2016 έγγραφο παροχής διευκρινήσεων προς την Αρχή η Χ παραδέχθηκε την αναφορά στο ηλεκτρονικό ενηµερωτικό δελτίο της στην ανταλλαγή εγκλήσεων µεταξύ του ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας Α και του ιδιοκτήτη σχολής εκπαιδεύσεως χειριστών Β. Η Χ θεωρεί ότι η συγκεκριµένη αναφορά ήταν επιβεβληµένη βάσει του καταστατικού της, καθώς η διένεξη αφορούσε σε θέµα ερµηνείας των κανόνων VFR πτήσεων, δηλαδή ζήτηµα που άπτεται του δηµοσίου συµφέροντος και για το οποίο το σωµατείο της δικαιούται να εκφράσει την άποψή του, ότι δηλαδή οι ενέργειες του εν λόγω ελεγκτή δεν ήταν σύµφωνες µε τη νοµοθεσία. Ειδικότερα, βάσει του άρθρου 3 του καταστατικού της, µεταξύ των σκοπών της περιλαµβάνεται υπό το στοιχείο Ε και «η προσφορά στα µέλη της υποστήριξης, βοήθειας και πληροφόρησης για την αντιµετώπιση όλων των προβληµάτων που αφορούν την προσωπική πτήση κάθε µέλους». Επισηµαίνει δε ότι η άσκηση των καθηκόντων των δηµοσίων υπαλλήλων υπόκειται σε δηµόσια κριτική, δικαίωµα που προστατεύεται από το Σύνταγµα, τους νόµους και την Ευρωπαϊκή Σύµβαση ∆ικαιωµάτων του ανθρώπου.

Κατόπιν των υπ’αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞ/52/4.1.2016 και Γ/ΕΞ/8843/21.12.2016 κλήσεων η Χ προσήλθε δια του Προέδρου της Αντωνίου Κουτσουδάκη και του Νοµικού Συµβούλου της Χρυσάνθης Κουλοχέρη στη συνεδρίαση της Αρχής την 11.1.2017, απάντησε σε ερωτήσεις των µελών του Τµήµατος και διευκρίνισε τους ισχυρισµούς της, ενώ αντιθέτως ο Β δεν παρέστη.

Ακολούθως δε η Χ υπέβαλε υπόµνηµα στην Αρχή µε αρ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/291/16-01- 2017 µε το οποίο διευκρινίζει ότι οι επίµαχες εγκλήσεις παραµένουν εκκρεµείς στο στάδιο της προδικασίας. Σε αυτό τονίζει, επιπλέον, ότι το κείµενο που δηµοσίευσε παρουσίαζε απλώς τη δηµιουργηθείσα κατάσταση, παραδεχόµενη, ωστόσο, τη σαφή λήψη θέσεως υπέρ του µέλους της και την υποστήριξή της προς το πρόσωπό του.

Η Αρχή συνήλθε σε διάσκεψη την Τετάρτη 18.1.2017 προκειµένου να συζητήσει την υπόθεση. Η Αρχή, µετά από εξέταση όλων των στοιχείων του φακέλου, αφού άκουσε τον εισηγητή και τη βοηθό εισηγήτρια, η οποία στη συνέχεια αποχώρησε, και κατόπιν διεξοδικής συζητήσεως,

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

1. Όπως κατ’ επανάληψη έχει κρίνει η Αρχή (βλ., ενδεικτικά, Αποφάσεις 26/2007, 43/2007, 58/2007, 36/2012 και 165/2012, 16/2015 και 17/2015)1 , το δικαίωµα για την προστασία της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 9 παρ. 1 Σ) και των προσωπικών δεδοµένων (άρθρο 9Α Σ) συχνά συγκρούεται µε την ελευθερία της εκφράσεως και του τύπου για την ενηµέρωση του κοινού (άρθρο 14 παρ. 1 Σ), καθώς και µε το δικαίωµα στην πληροφόρηση (άρθρο 5Α Σ). Από το Σύνταγµα δεν προκύπτει in abstracto επικράτηση του ενός ατοµικού δικαιώµατος επί του άλλου. Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνεται µία in concreto οριοθέτηση των πεδίων εφαρµογής των συγκρουόµενων δικαιωµάτων, σύµφωνα µε τις αρχές της ad hoc σταθµίσεως των αντιτιθέµενων συµφερόντων και της πρακτικής αρµονίας. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να εφαρµόζεται και η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Σ) µε τέτοιον τρόπο, ώστε τα προστατευόµενα αγαθά (ελευθερία του τύπου, δικαίωµα των πολιτών στην πληροφόρηση και δικαίωµα στην προστασία της ιδιωτικής ζωής του ατόµου και στον πληροφοριακό αυτοκαθορισµό) να διατηρήσουν την κανονιστική τους εµβέλεια (βλ. και Εγχειρίδιο σχετικά µε την ευρωπαϊκή νοµοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδοµένων, Έκδοση του Οργανισµού Θεµελιωδών ∆ικαιωµάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συµβουλίου της Ευρώπης, 2014, ενότητα 1.2. – Στάθµιση δικαιωµάτων και υποενότητα 1.2.1. – Ελευθερία της έκφρασης, σελ. 26 επ.).

2. Επιπρόσθετα, η Αρχή έχει κρίνει ότι η επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων για δηµοσιογραφικούς-ενηµερωτικούς σκοπούς επιτρέπεται αν υφίσταται δικαιολογηµένο ενδιαφέρον του κοινού για ενηµέρωση (άρθρο 5 παρ. 2 στοιχ. ε΄ σε συνδυασµό µε τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ του ν. 2472/1997 για την άσκηση του δηµοσιογραφικού λειτουργήµατος και εφαρµόζεται κατά µείζονα λόγο και στην περίπτωση των απλών δεδοµένων).

3. Επίσης, η δηµοσίευση δεδοµένων στο διαδίκτυο συνιστά επεξεργασία υπό την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. δ' του Ν. 2472/1997 και, µάλιστα, εν όλω ή εν µέρει αυτοµατοποιηµένη κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του ίδιου νόµου. Και αυτό, διότι, όπως έχει κρίνει και το ∆ΕΚ, “η αναγραφή στοιχείων σε ιστοσελίδα του ∆ιαδικτύου προϋποθέτει, σύµφωνα µε τις εφαρµοζόµενες σήµερα τεχνικές και µηχανογραφικές διαδικασίες, την εκτέλεση µιας εργασίας τοποθετήσεως της σελίδας αυτής σε ένα διακοµιστή του ∆ιαδικτύου (server), καθώς και τις αναγκαίες εργασίες για να µπορούν να έχουν πρόσβαση στη σελίδα αυτή τα πρόσωπα που συνδέονται µε το ∆ιαδίκτυο. Οι εργασίες αυτές πραγµατοποιούνται, τουλάχιστον εν µέρει, κατά τρόπο αυτοµατοποιηµένο”. Συνεπώς, καταλήγει το ∆ΕΚ, “η εργασία, που συνίσταται στην αναφορά, επί ιστοσελίδας του ∆ιαδικτύου, σε διάφορα πρόσωπα και στον προσδιορισµό τους είτε µε το όνοµά τους είτε µε άλλα µέσα [...] συνιστά αυτοµατοποιηµένη, εν όλω ή εν µέρει, επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/46” (Απόφαση της 06.11.2003, Υπόθεση C-101/01, Lindqvist, Σκέψεις 25-27 - πρβλ. σχετικά και Απόφαση 17/2008 της Αρχής, Σκέψεις 12- 13).

4. Περαιτέρω, στο άρθρο 4 του ν. 2472/1997 τίθενται οι γενικές προϋποθέσεις για τη νοµιµότητα της επεξεργασίας δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, µεταξύ των οποίων είναι η αρχή του σκοπού και της αναλογικότητας. Ειδικότερα, η επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων επιτρέπεται, και χωρίς τη συγκατάθεση, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 στοιχ. ε΄ του ν. 2472/1997, δηλαδή όταν συντρέχει υπέρτερο έννοµο συµφέρον του υπευθύνου της επεξεργασίας ή τρίτου. Ως τέτοιο έννοµο συµφέρον νοείται και το δικαίωµα της πληροφορήσεως, τόσο του πληροφορείν όσο και του πληροφορείσθαι (άρθρα 14 παρ. 1-2 και 5Α Σ.).

5. Εν προκειµένω, όµως, από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, κρίνεται ότι η δηµοσιοποίηση του περιεχοµένου των εγκλήσεων στο διαδίκτυο –συνυπολογιζοµένης και της ευρείας δηµοσιοποιήσεως των πληροφοριών µέσω του διαδικτύου- δεν εξυπηρετεί την ανάγκη ενηµερώσεως του κοινού, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισµού των δεδοµένων αυτών ως απλών ή ευαίσθητων. Και αν ήθελε θεωρηθεί ότι υπάρχει εύλογο ενδιαφέρον του κοινού να ενηµερωθεί ότι κάποιος ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας φέρεται να τέλεσε παράνοµη πράξη– γεγονός που δεν έχει ακόµα κριθεί δικαστικώς θα µπορούσε να γίνει αναφορά στην φερόµενη ως παράνοµη πράξη χωρίς όµως να αναφέρεται το ονοµατεπώνυµο των εµπλεκοµένων προσώπων και η εκατέρωθεν υποβολή µηνύσεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Η Αρχή επιβάλλει την προβλεπόµενη στις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 1 στοιχ. α΄ και β΄ του ν. 2472/1997 κύρωση του χρηµατικού προστίµου 1.500 Ευρώ στην Χ για τη δηµοσιοποίηση δεδοµένων στην ιστοσελίδα της.

  

Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος

Γεώργιος Μπατζαλέξης

Η Γραµµατέας

Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου

 

1 Όλες οι αναφερόµενες στο παρόν Αποφάσεις της Αρχής είναι διαθέσιµες στην ιστοσελίδα της www.dpa.gr / Αποφάσεις.