Members Login

Εγγραφή
Username:
Password:

Δίκαιο & Τεχνολογία

Εισ. Αρείου Πάγου: Ανάλυση DNA για εγκλήματα που καταλαμβάνονται επ' αυτοφώρω
04/06/2018 17:40
Εισ. Αρείου Πάγου: Ανάλυση DNA για εγκλήματα που καταλαμβάνονται επ' αυτοφώρω

 Αθήνα 29 ΜαΪου 2018 Αριθμ. Πρωτ. 3676 Αριθ. Γνωμ. 4/2018

ΠΡΟΣ ΑΡΧΗΓΕΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΚΛΑΔΟΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΑΕΑ/ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ/ΤΜΗΜΑ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Θέμα: Διαδικασία διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, κατ' άρθρο 200Α ΚΠΔ (Ανάλυση DNA), σε περίπτωση εγκλημάτων που καταλαμβάνονται επ' αυτοφώρω, ενόψει της υπ' αριθμ. 1/2017 απόφασης της Ολομέλειας του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου


Επί του ερωτήματος , το οποίο μας απευθύνατε με το υπ' αριθμ. πρωτ. 1507/18/697969/5-4-201 8 έγγραφο σας, σχετικά με τη διαδικασία που πρέπε ι να τηρηθε ί για τη λήψη γενετικού υλικού και ανάλυσης του δεοξυριβονουκλεϊκού οξέος (Deoxyribonuclei c Acid-DNA) για τη διαπίστωση της ταυτότητας του δράστη σε περίπτωση εγκλημάτων που καταλαμβάνονται επ' αυτοφώρω, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1/2017 αποφάσεως του Αρείου Πάγου (Πλήρης Ποινική Ολομέλεια-σε Συμβούλιο), η γνώμη μας είναι η εξής: Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, με την τελευταία, ως άνω, απόφασή του, αφού, κατ' αρχάς , έκρινε ότι, όπως συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση της παραγράφου 1 του άρθρου 200Α ΚΠΔ (Ανάλυση DNA), η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 204 έως 208, με τις εξαιρέσει ς του άρθρου 204 παρ. 2 και 187 του ίδιου Κώδικα, αναφορικά με  τη διαδικασία και τις προϋποθέσει ς διορισμού τεχνικών συμβούλων στην πραγματογνωμοσύνη , η οποία, κατά τα άνω, διατάσσεται , καταλαμβάνει τόσο τη λήψη όσο και την ανάλυση του γενετικού υλικού, δεδομένο υ ότι δεν γίνεται σχετική διάκριση , στη συνέχει α αποφάνθηκε ότι, ορθά το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών , με το υπ' αριθμ. 2595/201 5 βούλευμά του, προέβη στην ακύρωση της ανακριτική ς πράξη ς της λήψη ς γενετικού υλικού από κατηγορούμενο , η οποία είχε διαταχθεί στο πλαίσιο διενεργούμενη ς κύριας ανάκρισης , καθώς και των μεταγενέστερων της λήψη ς πράξεων - αναλύσεων , οι οποίες στηρίχθηκα ν σ' αυτή, διότι η λήψη και ανάλυση του γενετικού υλικού έλαβα ν χώρα πρι ν παρέλθει η 48ωρ η προθεσμία για το διορισμό τεχνικών συμβούλων , η οποία είχε ταχθε ί από τον Ανακριτή . Κατά το άρθρο 200Α ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 5 του ν. 2928/200 1 (ΦΕΚ Α ' 141/27.6.2001 ) και στη συνέχεια τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 42 παρ. 3 του ν. 3251/2004 , 12 παρ. 3α, β και γ του ν. 3783/2009 , 19 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 4322/201 5 και 7 παρ. 1 του ν. 4274/2015 , «1. Ότα ν υπάρχου ν σοβαρέ ς ενδείξεις ότι ένα πρόσωπο έχε ι τελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα , που τιμωρείται με ποινή φυλάκιση ς τουλάχιστο ν ενός (1) έτους , οι διωκτικέ ς αρχέ ς λαμβάνουν υποχρεωτικά γενετικό υλικό για ανάλυση του δεοξυριβονουκλεϊκού οξέος (Deoxyribonuclei c Acid-DNA) προκειμένου να διαπιστωθεί η ταυτότητα του δράστη του εγκλήματος αυτού. Τη λήψη γενετικού υλικού από τον ίδιο τον κατηγορούμενο διατάσσει ο αρμόδιος εισαγγελέας ή ανακριτή ς και πρέπει να διεξάγεται με απόλυτο σεβασμό στη ν αξιοπρέπειά του. Σε περίπτωση λήψη ς γενετικού υλικού από απόκρυφα μέρη του σώματος είναι υποχρεωτική η παρουσία εισαγγελικoύ λειτουργού . Η ανάλυση περιορίζεται  αποκλειστικά στα δεδομένα που είναι απολύτως αναγκαία για τη διαπίστωση αυτή και διεξάγεται σε κρατικό ή πανεπιστημιακό εργαστήριο . Την ανάλυση του DNA του δικαιούται να ζητήσει ο ίδιος ο κατηγορούμενο ς για την υπεράσπισή του. Σε κάθε περίπτωση εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξει ς των άρθρων 204 έως 208. 2. Αν η κατά την προηγούμενη παράγραφο ανάλυση αποβεί θετική, το πόρισμά της κοινοποιείται στο πρόσωπο από το οποίο προέρχεται το γενετικό υλικό. Αυτό έχε ι δικαίωμα να ζητήσει επανάληψη της ανάλυσης , με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 204 έως 208. Το δικαίωμ α επανάληψη ς της ανάλυση ς έχε ι και ο ανακριτή ς και ο εισαγγελέα ς σε κάθε περίπτωση...» . Όπως δε διαλαμβάνεται στην Εισηγητική Έκθεση του ν. 2928/2001 , με την προσθήκη του νέου, ως άνω, άρθρο υ στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας , εισάγεται η εξέταση του DNA, ως ένα είδος πραγματογνωμοσύνης , η οποία είναι υποχρεωτική και δεν απαιτείται η συναίνεση του προσώπου στο οποίο αφορά η εξέταση του γενετικού υλικού. Με τις διατάξει ς του εν λόγω άρθρου , με το οποίο καθιερώθηκε νομοθετικά η δυνατότητα αξιοποίηση ς της γενετικής ταυτότητας προσώπου , με τη συλλογή δειγμάτων και την ανάλυση του γενετικού υλικού [DNA], για τη διακρίβωση σοβαρών εγκλημάτων (κακουργημάτων και πλημμελημάτων που τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους ) και την ανακάλυψη των δραστών , προβλέπονται οι προϋποθέσεις , αλλά και οι περιορισμοί , υπό τους οποίου ς διατάσσεται η συγκεκριμένη εξέταση, όπως είναι η σοβαρότητα των αξιόποινων πράξεων που δικαιολογούν την εν λόγω ανακριτική πράξη , ο απόλυτο ς σεβασμός στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια , ο περιορισμό ς της ανάλυσης , η οποία διενεργείται σε κρατικό ή πανεπιστημιακό εργαστήριο , στα απολύτως απαραίτητα δεδομένα για τον ανωτέρω σκοπό, το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ζητήσει την ανάλυση του δικού του DNA, αλλά και την επανεξέταση της ανάλυσης , σε περίπτωση που αυτή αποβεί θετική, ενώ σε κάθε περίπτωση εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξει ς των άρθρων 204 έως 208 ΚΠΔ. Η μνεία περί ανάλογη ς και όχι ευθείας εφαρμογής των τελευταίων αυτών διατάξεων συναρτάται με τις, κατά περίπτωση , ιδιαιτερότητες της διαδικασίας , στις οποίες αναγκαία προσαρμόζεται η εφαρμογή τους . Τέτοια διαδικασία , χαρακτηριστικό της οποία ς είναι η περάτωση της προανάκρισης μέσα σε αυστηρά καθορισμένο και ιδιαίτερα σύντομο χρονικό όριο, είναι αυτή που αφορά στα αυτόφωρα εγκλήματα (άρ. 242 ΚΠΔ), για τα οποία προβλέπεται ότι ο δράστη ς που έχε ι συλληφθεί πρέπει να προσαχθεί στον αρμόδιο εισαγγελέα, το αργότερο εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από τη σύλληψή του, σύμφωνα με τους ορισμού ς των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος , 243 παρ. 2, 275 παρ. 1, 279 παρ. 1 και 417 επ. ΚΠΔ. Εξάλλου , κατά τις προβλέψει ς του άρθρο υ 204 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, όταν διενεργείται ανάκριση για κακούργημα , εκείνο ς που ενεργεί την ανάκριση και διορίζει πραγματογνώμονες , γνωστοποιεί συγχρόνως το διορισμό στον κατηγορούμενο , στον πολιτικώς ενάγοντα και στον αστικώς υπεύθυνο , σύμφωνα με το άρθρο 192, αυτοί δε, μέσα σε προθεσμία π ο υ ορίζεται από τον ενεργούντα την ανάκριση , μπορούν να διορίσουν με δικέ ς τους δαπάνες τεχνικό σύμβουλο , ο οποίο ς επιλέγεται μεταξύ όσων έχουν την ικανότητα να διοριστούν πραγματογνώμονες στη συγκεκριμένη περίπτωση . Η γνωστοποίηση δεν είναι υποχρεωτική , στην περίπτωση της προκαταρκτικής πραγματογνωμοσύνη ς που προβλέπει το άρθρο 187 του ίδιου Κώδικα, καθώς και όταν επιβάλλεται η άμεση ενέργεια της πραγματογνωμοσύνης , περίπτωση στην οποία εμπίπτει η προβλεπόμενη για τα αυτόφωρα εγκλήματα διαδικασία. Περαιτέρω, η λήψη γενετικού υλικού και η ανάλυση του δεοξυριβονουκλεϊκού οξέος (Deoxyribonuclei c Acid-DNA), κατά το αρχικό διαδικαστικό στάδιο και ιδίως αυτό της αστυνομική ς προανάκρισης , προκειμένου να διαπιστωθεί η ταυτότητα του δράστη κακουργήματος ή πλημμελήματος , το οποίο τιμωρείται με ποινή φυλάκιση ς τουλάχιστο ν ενός (1) έτους , λειτουργεί αμφίπλευρα , δηλαδή , όχι μόνο για την επιβεβαίωση της κατάφαση ς και την ενοχοποίηση του προσώπου που φέρεται να έχε ι τελέσε ι κάποια αξιόποιν η πράξη, η οποία υπάγεται στις ανωτέρω κατηγορίες εγκλημάτων , αλλ ά και για τη διασκέδαση των υποκείμενων σε βάρος του ενδείξεων , σύμφωνα με το άρθρ ο 239 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, γεγονός που έχε ι ως συνέπεια, στην τελευταία περίπτωση , να αποτρέπεται η αδικαιολόγητη πρόσκτηση από το πρόσωπο αυτό της ιδιότητας του κατηγορουμένου , με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη μετέπειτα δικονομική μεταχείρισή του. Επιπρόσθετα , ούτε από τη γραμματική διατύπωση της διάταξη ς ούτε από το σκοπό του νόμου προκύπτει και ως εκ τούτου δεν μπορεί να υποστηριχθεί , ότι ο νομοθέτης , με την εισαγωγή της προειρημένη ς διάταξη ς και ιδιαίτερα με την αναφορά στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρο υ 200Α ΚΠΔ, όπως αντικ . με το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 4322/2015 , ότι «...Σε κάθε περίπτωση εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξει ς των άρθρων 204 έως 208», αποδέχθηκε το ενδεχόμενο να ατονήσει ή να καταστεί ουσιαστικά ανενεργό ς η αυτόφωρη διαδικασία, λόγω της υποχρέωση ς του ανακριτικού υπαλλήλου που διενεργεί την προανάκριση να γνωστοποιεί στο υπό διερεύνηση , για επιλήψιμη συμμετοχή στην τέλεση κάποιο υ από τα ανωτέρω εγκλήματα , πρόσωπο , ότι πρόκειται να ληφθεί από αυτό γενετικό υλικό και ότι έχε ι τη δυνατότητα , μέσα στην τασσόμενη από τον ίδιο (ανακριτικό υπάλληλο ) προθεσμία , να διορίσει τεχνικό σύμβουλο , ο οποίο ς θα μπορεί να ασκήσει τα από το άρθρο 207 ΚΠΔ δικαιώματά του, τόσο κατά τη λήψη όσο και κατά την ανάλυση του γενετικού υλικού, Άλλωστε , δεν πρέπει να παραβλέπεται , ότι, κατά την αυτόφωρη διαδικασία, η οποία, από τη φύση της, διακρίνεται για την αμεσότητα της διενεργείας των αναγκαίων ανακριτικών πράξεων , επέρχεται σχετική έκπτωση των δικαιωμάτων που απολαύει ο κατηγορούμενο ς και ανάγονται στην υπεράσπισή του, όπως , σε περίπτωση άμεση ς παραπομπή ς του στο ακροατήριο του αρμόδιο υ δικαστηρίου , η μη κοινοποίηση σ' αυτό ν κλητήριο υ θεσπίσματος , η μη γνωστοποίηση των μαρτύρων κατηγορίας , η εισαγωγή της απαίτηση ς του άμεσα ζημιωθέντος από την πράξ η χωρίς προδικασία κ.λ.π., χωρίς , παρ ά ταύτα, να έχουν διατυπωθεί σοβαρέ ς αντιρρήσεις για την ασυμβατότητα των ρυθμίσεων της συνοπτική ς αυτής διαδικασία ς με συνταγματικέ ς διατάξει ς ή με εκείνε ς των άρθρων 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ και 14 του ΔΣΑΠΔ. Τέλος , επισημαίνεται ότι, με την προαναφερόμενη απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου έγινε δεκτό, ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών , με το να κηρύξει άκυρη τη διενεργηθείσα λήψη και περαιτέρω ανάλυση του ληφθέντος από κατηγορούμενο γενετικού υλικού , η οποία διατάχθηκε από τον Τακτικό Ανακριτή Αθηνών , στο πλαίσιο της διενεργούμενη ς από αυτόν κύριας ανάκρισης , για το λόγο ότι η εν λόγω ανακριτική πράξη έγινε πρι ν παρέλθει η προθεσμία που είχε ταχθεί από τον ίδιο Ανακριτή στον κατηγορούμενο για το διορισμό τεχνικού συμβούλου , δεν έσφαλε κατά τούτο και δεν παραβίασε τις διατάξει ς των άρθρων 170 παρ. 1, 171 παρ. 1 εδ. δ' , 176 παρ. 1, 184, 192, 200Α και 204 έως 208 ΚΠΔ. Με την εκφορά δε στην ίδια απόφαση, ότι η ανάγκη της μη παραβίαση ς του δικαιώματος του κατηγορουμένου να διορίζει τεχνικό σύμβουλο και κατά τη λήψη του γενετικού υλικού είναι μείζονος σημασίας από εκείνη της ταχείας διερεύνηση ς της υπόθεσης , επιχειρείται η ενίσχυση της άποψης , ότι ο διορισμό ς τεχνικού συμβούλου , είτε κατά τη δίοδο της κύριας ανάκριση ς είτε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο , καταλαμβάνει και το στάδιο της λήψη ς γενετικού υλικού, καθόσον , τα στοιχεία αυτού παραμένουν αναλλοίωτα από την πάροδο του χρόνου και έτσι υπάρχει η δυνατότητα ανάλυσης του εν λόγω υλικού ακόμη και σε απώτερο χρόνο. Η περίπτωση , όμως, αυτή είναι διαφορετική εκείνης του προκείμενο υ ερωτήματος και δεν σχετίζεται με τις προηγούμενε ς αναπτύξει ς που αφορούν στον κατεπείγοντα και εξαιρετικό χαρακτήρα της διαδικασίας για τα αυτόφωρα εγκλήματα, όπου δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογή ς οι, περί γνωστοποίηση ς της επικείμενη ς εξέτασης , χορήγηση ς προθεσμίας και διορισμού τεχνικού συμβούλου , σχετικές , ως άνω, διατάξεις . Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν , η γνώμη μας επί του τεθέντος ερωτήματος είναι ότι, στα καταλαμβανόμενα επ' αυτοφώρω εγκλήματα και δη στο πλαίσιο της διενεργούμενης , κατά το άρθρο 243 παρ. 2 ΚΠΔ, προανάκρισης , δεν απαιτείται, ως προϋπόθεση για την εγκυρότητα της, κατά το άρθρο 200Α ΚΠΔ, διαδικασίας , η γνωστοποίηση στο υπό εξέταση πρόσωπο της απόφαση ς του αρμόδιου ανακριτικού υπαλλήλου για λήψη από αυτό γενετικού υλικού και περαιτέρω ανάλυσής του, καθώς και η χορήγηση στο ίδιο πρόσωπο προθεσμίας για τον εκ μέρους του διορισμό τεχνικού συμβούλου .

Ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου

Χαράλαμπος Βουρλιώτης