Members Login

Εγγραφή
Username:
Password:

Law Clipping title

11/01/2006
ΤΙ ΛΕΝΕ οι Ανδρέας Λοβέρδος, Κώστας Χρυσόγονος και Ιφιγένεια Καμτσίδου για τις προτεραιότητες της αναθεώρησης

Τρεις συνταγματολόγοι χτυπάνε καμπανάκι Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ Με μια καθαρά πολιτική κίνηση, σε μια περίοδο που είναι έκδηλη η δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης απέναντι στα κυβερνητικά μέτρα και την κατάσταση στον χώρο της οικονομίας, το βράδυ της συζήτησης για τον κρατικό προϋπολογισμό, ο πρωθυπουργός άνοιξε το θέμα της αναθεώρησης του Συντάγματος. Μια πολιτική διαδικασία, η οποία στα προηγούμενα χρόνια αξιοποιήθηκε δύο φορές, το 1986 και το 2001, κρατώντας κλειστά πολλά ζητήματα. Το πολιτικό σκηνικό, βλέπετε, είχε τη δυνατότητα να υπαγορεύει και να ακυρώνει μεταρρυθμίσεις. Τρεις καθηγητές Συνταγματικού Δικαίου εξηγούν ποιες θα πρέπει να είναι οι σημερινές προτεραιότητες προκειμένου να προκύψει η αποτελεσματικότερη λειτουργία του κράτους προς όφελος των πολιτών και της χώρας. **Α. Λοβέρδος: Στο επίκεντρο η σχέση πολίτη-πολιτικής «Στο επίκεντρο της αναθεώρησης θα πρέπει να βρίσκεται ο πολίτης: η σχέση πολίτη-πολιτικής και η σχέση πολίτη-πολιτείας» παρατηρεί ο συνταγματολόγος Ανδρέας Λοβέρδος, συντονιστής Μορφωτικών Υποθέσεων της Κοιν. Ομάδας του ΠΑΣΟΚ. «Οι συνταγματικές διατάξεις που θα προκύψουν, πρέπει να είναι οι ενδεδειγμένες από πλευράς τόσο ουσίας όσο και διατύπωσης. Ως προς τα συγκεκριμένα σημεία που πρέπει να τεθούν στη συζήτηση, το ΠΑΣΟΚ θα διαμορφώσει και θα διατυπώσει συλλογικά τις απόψεις του. Από την πλευρά μου, επισημαίνω τα εξής: α) Ριζική αναθεώρηση του άρθρου 14 παρ. 9 περί βασικού μετόχου. β) Αναθεώρηση του άρθρου 14 παρ. 5 και 6 ως προς την ίδρυση ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων. Μετά τη θέση σε ισχύ της οδηγίας 2005/36 της Ε.Ε. τα παραρτήματα των ευρωπαϊκών Α.Ε.Ι. αναγνωρίζονται και, συνεπώς, κάθε καθυστέρηση δημιουργεί δυσμενή μεταχείριση των Ελλήνων και των ελληνικών νομικών προσώπων που δραστηριοποιούνται στο χώρο. γ) Αναθεώρηση του άρθρου 13 στην κατεύθυνση της ολοκλήρωσης της προστασίας των δικαιωμάτων όσων ομολογούν ετέρα, πλην της ορθόδοξης, πίστη. Η νέα ρύθμιση των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας θα σταθεροποιηθεί με την αλλαγή αυτή. δ) Αναθεώρηση του άρθρου 102 και θέσπιση πολιτικών δικαιωμάτων για τους μετανάστες ως προς την εκλογή δημάρχων και κοινοταρχών». ε) Ο ίδιος υπογραμμίζει «την κατάργηση του επαγγελματικού ασυμβίβαστου των βουλευτών (άρθρο 57 παρ. 1). Το μέτρο έχει, έως τώρα, μόνο αρνητικά αποτελέσματα. Χρήσιμοι για την πολιτική άνθρωποι της προηγούμενης Βουλής ήδη απεχώρησαν. Κι αρκετοί αποθαρρύνθηκαν στις εκλογές του 2004. Αν δεν γίνει τώρα η αλλαγή, σε λίγο η Βουλή θα αποτελείται μόνο από δημοσίους υπαλλήλους και συνδικαλιστές ή και χομπίστες-γόνους ευπόρων οικογενειών. στ) Θέσπιση Συνταγματικού Δικαστηρίου, με αρμοδιότητα τον έλεγχο ορισμένων πράξεων κρατικών οργάνων (π.χ. πρόωρη διάλυση Βουλής, αρμοδιότητες εκλογοδικείου), δίχως, όμως, την κατάργηση του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων». Ακόμη προτείνει τη «Θέσπιση μιας σειράς μέτρων υπέρ της διαφάνειας (Εθνική Επιτροπή Διαφάνειας, έλεγχος κρατικών συμβάσεων από ειδικό τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, αύξηση του ορίου παραγραφής των υπουργικών αδικημάτων, βελτίωση των διατάξεων περί συμβασιούχων, θωράκιση του ΑΣΕΠ, εξοπλισμός του ΕΣΡ και της Επιτροπής Ανταγωνισμού με νέες αρμοδιότητες κ.ο.κ.). Την περαιτέρω βελτίωση της νομο-παραγωγικής διαδικασίας της Βουλής (άρθρα 70-76) ώστε οι ασκούντες τη νομοθετική πρωτοβουλία να μην μπορούν να παρακάμπτουν τις Διαρκείς Επιτροπές της Βουλής και την επιστημονική επεξεργασία. Την καθιέρωση ελαχίστου αριθμού βουλευτών για τη λειτουργία του σώματος, κυρίως για τη διεξαγωγή ψηφοφοριών (άρθρο 67). Να εισαχθεί ο θεσμός του άμεσου (αυθημερόν) προφορικού κοινοβουλευτικού ελέγχου». **Κ. Χρυσόγονος: Ελλειψη πραγματικής αφετηρίας «Η επικείμενη αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 θα είναι η τρίτη κατά σειρά (ύστερα από εκείνες του 1986 και του 2001). Το αναθεωρητικό φαινόμενο αρχίζει έτσι να προσλαμβάνει μια συχνότητα η οποία ήταν αδιανόητη έως πριν από μερικές δεκαετίες. Από την άλλη πλευρά βέβαια είναι αναμενόμενο ότι όσο συχνότερες γίνονται οι αναθεωρήσεις, τόσο περιορίζεται το βάθος τους» σημειώνει ο Κώστας Χρυσόγονος, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ. «Το κυριότερο χαρακτηριστικό τόσο της τελευταίας αναθεώρησης του 2001 όσο και της νέας, που έχει εξαγγελθεί από την πολιτική ηγεσία της χώρας και θα ολοκληρωθεί περίπου το 2008 ή το 2009, είναι η έλλειψη μιας πραγματικής πολιτικής ή θεσμικής αφετηρίας γι' αυτές». «Η αιτία των αναθεωρήσεων είναι απλώς και μόνο η δυσαρέσκεια ή πάντως η αδιαφορία της κοινής γνώμης έναντι του υπάρχοντος κομματικού συστήματος και η επιδίωξη των δύο μεγάλων κομμάτων να της αποδείξουν ότι διαθέτουν (;) μια δυναμική ανανέωσης του κράτους και της κοινωνίας». «Ωστόσο τα (υπαρκτά μεν, αλλά σε ασύγκριτα μικρότερο βαθμό απ' ό,τι πριν από το 1975) προβλήματα στη λειτουργία των συνταγματικών θεσμών και τα ελλείμματα στην προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων δεν οφείλονται τόσο στη διατύπωση του κειμένου του Συντάγματος όσο σε νοοτροπίες και πρακτικές ιδίως των κρατικών οργάνων, αλλά ώς ένα σημείο και των πολιτών, σχετιζόμενες με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού». «Ετσι η επίλυση των προβλημάτων και η κάλυψη των ελλειμμάτων δεν μπορεί να επιτευχθούν μέσα από μια -οσοδήποτε τολμηρή- αναθεώρηση του Συντάγματος, όταν μάλιστα αυτή ούτε προκαλείται ούτε συνοδεύεται από ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές, αλλ' αντίθετα συντελείται μέσα σε κλίμα πολιτικής νηνεμίας». Ο ίδιος υποστηρίζει ότι εάν υπάρχει μια ουσιώδης υστέρηση του ισχύοντος συνταγματικού κειμένου, σε σχέση με τα αντίστοιχα των περισσότερων άλλων ευρωπαϊκών κρατών, αυτή είναι η έλλειψη ειδικού δικαιοδοτικού οργάνου, επιφορτισμένου με την επίλυση συνταγματικών διαφορών (όπως τα Συνταγματικά Δικαστήρια σε Γερμανία, Ισπανία και Ιταλία ή το Συνταγματικό Συμβούλιο στη Γαλλία). «Ετσι κρίσιμα ζητήματα σχετικά με τον τρόπο ανάδειξης και/ ή τις αρμοδιότητες άμεσων κρατικών οργάνων (π.χ. η "ψήφος Αλευρά" το 1985 ή ο διορισμός πρωθυπουργού το 1989) δεν μπορούν να αχθούν σε δικαιοδοτική κρίση, ώστε να εκτονωθεί η προκαλούμενη από αυτά πολιτική αντιπαράθεση. Εξάλλου η συγκέντρωση σ' ένα τέτοιο όργανο της αρμοδιότητας για έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων θα αναβάθμιζε, όπως δείχνει η διεθνής εμπειρία, τον έλεγχο αυτόν, συντελώντας έτσι στην ταχύτερη και πληρέστερη προσαρμογή της ελληνικής έννομης τάξης στα ευρωπαϊκά πρότυπα προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων». «Ιδού λοιπόν η Ρόδος, ιδού και το πήδημα για τον αναθεωρητικό νομοθέτη». **Ιφιγ. Καμτσίδου: Κρίση αντι- προσώπευσης και αξιοπιστίας Η Ιφιγένεια Καμτσίδου, επίκουρος καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στο ΑΠΘ, εκτιμά ότι στην πρόσφατη συνταγματική ιστορία οι προτάσεις για αναθεώρηση του Συντάγματος έχουν ήδη αποτελέσει μέθοδο υπέρβασης της πολιτικής αμηχανίας του κυβερνώντος κόμματος (1985), και όχι μόνο αναπλήρωσης αδυναμιών του πολιτικού συστήματος στο σύνολό του (1994). «Ετσι, η σχετική πρωτοβουλία του πρωθυπουργού και η προθυμία της αξιωματικής αντιπολίτευσης να συμφωνήσει στην ανάγκη τροποποίησης του Συντάγματος, πριν καν παραχθούν τα αποτελέσματα της εκτεταμένης αναθεώρησης του 2001, εξηγούνται ιστορικά: οι δυσκολίες της πλειοψηφίας, μια γενικότερη κρίση αντιπροσώπευσης και αξιοπιστίας του πολιτικού λόγου και ήδη η ασφυκτική πίεση της αγοράς προτείνεται να αντιμετωπιστούν με βελτιώσεις του Συντάγματος, που, πάντως, εξασφαλίζει ώς τώρα την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος». «Εν τω μεταξύ, η κινητοποίηση της αναθεωρητικής διαδικασίας δεν αξιολογείται πλέον μόνο με όρους του εθνικού πολιτικού συστήματος». «Η αναθεώρηση του ελληνικού Συντάγματος, καθενός εθνικού Συντάγματος, αποτελεί ταυτόχρονα αναθεώρηση των κοινών συνταγματικών παραδόσεων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης και συμβολή στον πολύπλοκο διάλογο για την υιοθέτηση ενός ενιαίου Συντάγματος για την Ευρώπη». «Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των ιδιωτικών πανεπιστημίων, παρ' ότι η ελληνική συνταγματική διάταξη που προβλέπει την οργάνωση των ΑΕΙ σε Ν.Π.Δ.Δ. έχει θεωρηθεί πως βρίσκεται σε ασυμφωνία με το κοινοτικό δίκαιο, μια προσεκτικότερη προσέγγιση του ζητήματος αναδεικνύει το ακόλουθο: ο δημόσιος (και όχι ο κρατικός όπως εσφαλμένα, ίσως υποβολιμαία, αναφέρεται) χαρακτήρας των πανεπιστημίων δημιουργεί εντάσεις με συγκεκριμένη πολιτική της Κομισιόν για την ανώτατη εκπαίδευση, που ευνοεί την αγορά. Αντίθετα, στο βαθμό που ο χαρακτήρας αυτός αποτελεί οργανωτική εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, μιας ελευθερίας θεμελιακής στα περισσότερα κράτη-μέλη της Ενωσης, εντάσσεται και στο ουσιαστικό Σύνταγμα της Ευρώπης». «Για τον λόγο αυτό, η τροποποίηση της συνταγματικής διάταξης σε μια περίοδο που οι απειλές σε βάρος των ελευθεριών δεν προέρχονται από το διαρκώς αποδυναμούμενο κράτος, αλλά από ισχυρούς και ανέλεγκτους παράγοντες της αγοράς, δεν θα επιφέρει απλώς μια -συνταγματικά ανεπίτρεπτη- απομείωση της προστασίας της ακαδημαϊκής ελευθερίας σε εθνικό επίπεδο. Θα αποστερήσει την Ε.Ε. από τη λειτουργία πανεπιστημίων ικανών να συγκροτούν ένα πεδίο συλλογικού, επιστημονικού και κοινωνικού αναστοχασμού, αναγκαίο για τη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου». Η κ. Καμτσίδου προσθέτει ότι «η αναθεώρηση του Συντάγματος κινδυνεύει ήδη να εξελιχθεί σε μέθοδο άρσης των νομικών "εμποδίων" για την προσαρμογή της χώρας στην παγκοσμιοποιούμενη οικονομία. Μπορεί, πάντως, και οφείλει να αποτελέσει την αφορμή για την επιβεβαίωση της δημοκρατικής ταυτότητας της ελληνικής πολιτείας και ως παραμέτρου των ευρωπαϊκών εξελίξεων. Τόσο η διαδικασία, η εξασφάλιση δηλαδή της ουσιαστικής συμμετοχής του εκλογικού σώματος, όσο και κάποιες χρήσιμες βελτιώσεις, όπως η αποσαφήνιση του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους ή η ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, θα προσδιορίσουν εντέλει τον χαρακτήρα αυτής της βεβιασμένης μεταρρύθμισης». ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 10/01/2006

11/01/2006
ΑΠΟΛΟΓΙΕΣ του πλοιάρχου και του υποπλοιάρχου - Ναυάγιο και στις απαντήσεις...

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΡΟΥΤΣΩΝΗ Δάκρυα, ένταση, ανατροπές, απ' όλα είχε η χθεσινή «πρώτη» των απολογιών των κατηγορουμένων ως υπαιτίων για το ναυάγιο του «Σαμίνα Εξπρές» στον Αρειο Πάγο. Εννέα μήνες πέρασαν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης στο Ναυτοδικείο του Πειραιά - ήταν 13 Μαΐου της περασμένης χρονιάς. Η χθεσινή μέρα, πολυαναμενόμενη κυρίως για τους Βασίλη Γιαννακή και Αναστάσιο Ψυχογιό, πλοίαρχο και υποπλοίαρχο αντίστοιχα του «Σαμίνα», οι οποίοι σήκωσαν το μεγαλύτερο βάρος τόσο σε καθαρά νομικό επίπεδο όσο και σε ηθικό, αφού συχνά συγκέντρωσαν τα «πυρά» μαρτύρων και συνηγόρων πολιτικής αγωγής. «Ακόμη αδιανόητο» «Ακόμη και σήμερα μου είναι αδιανόητο αυτό που συνέβη» είπε ο Βασίλης Γιαννακής, κατηγορούμενος μεταξύ άλλων για πρόκληση ναυαγίου με ενδεχόμενο δόλο, ανθρωποκτονία από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο κατά συρροή, διατάραξη ασφάλειας υδάτινης συγκοινωνίας, έκθεση με ενδεχόμενο δόλο. Ο πλοίαρχος του επιβατηγού -τότε ανήκε στη «Μινόαν Φλάιν Ντόλφινς»- με σκυμμένο κεφάλι υποστήριξε πως το ναυάγιο στις Πόρτες, ανοικτά της Πάρου, ήταν ναυτικό δυστύχημα από αυτά που συμβαίνουν σπάνια, αποδίδοντας την τραγωδία πρωτίστως στις τραγικές, όπως είπε, συνθήκες. Για την αντίδρασή του, σε ερώτηση του προέδρου της έδρας Νίκου Λεοντή, απάντησε πως άργησαν να τον ειδοποιήσουν και πιάστηκε στον ύπνο για μία και μόνη φορά σε αυτό το δρομολόγιο. Για το αν έγιναν ή όχι τα προβλεπόμενα γυμνάσια στα μέλη του πληρώματος, ο κ. Γιαννακής απάντησε πως έγιναν καλώς, ενώ για την έκπτωση της πορείας του πλοίου, τόνισε πως ξεκίνησε πολύ πριν το «Σαμίνα» πλησιάσει τις Πόρτες, διαδοχικά. Σαφή πάντως απάντηση γιατί ξεκίνησε το ταξίδι αυτό χωρίς να έχει λάβει ουσιαστικά πιστοποιητικό αξιοπλοΐας και με πλήρωμα άπειρο δεν έδωσε, πλην του ότι το «Σαμίνα» έκανε αυτό το δρομολόγιο για 2,5 μήνες. Ο Α. Ψυχογιός, που βαρύνεται με τις ίδιες περίπου κατηγορίες, ξέσπασε σε κλάματα στην αρχή της απολογίας του, την οποία έως εκείνη τη στιγμή φάνηκε να ελέγχει, προβάλλοντας τις ναυτιλιακής φύσης γνώσεις του, που έως και ο πρόεδρος εκθείασε, ως ισχυρό «χαρτί» για τη συνέχεια. Ομως, αν και μετά την ολιγόλεπτη διακοπή που ακολούθησε τη συναισθηματική του έκρηξη, παρουσίασε τη δική του εκδοχή για τα αίτια του ναυαγίου, δεν μπόρεσε να απαντήσει με σαφήνεια σε αρκετές ερωτήσεις. «Εισέπραξε τα ασφάλιστρα» «Είμαι αποδιοπομπαίος τράγος, χρεώνομαι την τραγωδία για να μην πληγεί το κύρος της ναυτιλίας μας, του τουρισμού μας και της εταιρείας, που φρόντισε να εισπράξει τα ασφάλιστρα γι' αυτό το χιλιοεπισκευασμένο καράβι», τόνισε. «Οι κατηγορίες που μου αποδίδονται μόνο σε ψυχοπαθή, διαταραγμένο άνθρωπο που δεν έχει επαφή με το περιβάλλον μπορεί να σταθούν», συμπλήρωσε. Η κύρια αιτία του ναυαγίου για τον υποπλοίαρχο ήταν η απώλεια ισχύος της δεύτερης μηχανής, που είχε αποτέλεσμα να σπάσει η δεξιά προπέλα. Ο κ. Ψυχογιός διαφώνησε ανοιχτά με το σύνολο των πραγματογνωμόνων, αμφισβητώντας την αξιοπιστία των ερευνών, αλλά δεν κατόρθωσε στο τέλος να αντικρούσει τις παρεμβάσεις του εισαγγελέα κ. Μπρακουμάτσου, ο οποίος στρίμωξε τον υποπλοίαρχο βγάζοντας απλά από το συρτάρι παλαιότερες καταθέσεις του, οι οποίες όπως φάνηκε άλλαζαν από καιρό σε καιρό. Ο ήρεμος έως τότε κ. Ψυχογιός μπορεί να μην έχασε ακριβώς την ψυχραιμία του, αλλά συνέχισε την προσφιλή τακτική του από την αρχή της δίκης, αρνούμενος να δεχθεί άλλη γνώμη, ακόμη και όταν η άλλη πλευρά στηρίζεται σε ακλόνητα στοιχεία. Ο κ. Ψυχογιός σαφώς διαφώνησε με τον πλοίαρχο ως προς τις εκτιμήσεις του σχετικά με τις αποστάσεις που τήρησε το δρομολόγιο του πλοίου περνώντας δίπλα από τα επικίνδυνα βράχια των Πορτών, ενώ υποστήριξε πως ήταν ο τελευταίος που εγκατέλειψε το πλοίο, αντίθετα με τα όσα είπαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δεκάδες μάρτυρες, μεταξύ των οποίων και αλλοδαποί, κάτι που επισήμανε και ο εισαγγελέας. Η δίκη συνεχίζεται σήμερα με τις απολογίες των άλλων κατηγορουμένων, μελών του πληρώματος και εκπροσώπων τής τότε ιδιοκτήτριας εταιρείας. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 10/01/2006

11/01/2006
«Οχι σε όρο καταχρηστικό»

Να κηρυχθεί καταχρηστικός ο όρος των ασφαλιστικών συμβολαίων που προβλέπει ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες θα αποζημιώνουν εντόκως τους πελάτες τους μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης που τους δικαιώνει και όχι από την πρώτη ημέρα κατάθεσης της αγωγής τους, ζητεί από την ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο εισαγγελέας του δικαστηρίου Δημ. Λινός. Αφορμή αποτέλεσε ασφαλιστική εταιρεία, σε συμβόλαιο πυρός της οποίας υπήρχε ο όρος ότι δεν υπολογίζει τόκους υπερημερίας για τους πελάτες της, πριν περάσει ένας μήνας από την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης που την υποχρεώνει να καταβάλει την αποζημίωση. Σύμφωνα με τον εισηγητή εισαγγελέα, ο όρος αυτός πρέπει να κριθεί καταχρηστικός γιατί δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή, που είναι το ασθενέστερο μέρος της σύμβασης, σημαντική ανισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 10/01/2006

11/01/2006
Δικαιώματα σε εκκρεμότητα

Του ΘΕΟΔΩΡΟΥ Π. ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ Αναπληρωτή καθηγητή Πανεπιστημίου Πελοποννήσου Ο Ν. 3386/2005 συνιστά το τρίτο κατά σειρά νομοθετικό εγχείρημα της τελευταίας δεκαπενταετίας στο πεδίο της μεταναστευτικής πολιτικής και φιλοδοξεί να δημιουργήσει ένα πλαίσιο άσκησης της μεταναστευτικής πολιτικής, εστιάζοντας θεωρητικά το ενδιαφέρον του στο τρίπτυχο νομιμότητα - ασφάλεια δικαιωμάτων - κοινωνική ένταξη. Διαμορφώνει νέες κατηγοριοποιήσεις και θέτει πολλαπλές προϋποθέσεις για την παραμονή των μεταναστών, ενώ επιδιώκει -κατά τη βούληση του νομοθέτη- να εξορθολογίσει το κανονιστικό πλαίσιο και να απομακρυνθεί από τη λογική των εκτάκτων παρεμβάσεων. Στην πραγματικότητα, ο νέος νόμος αποτυπώνει συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές οι οποίες ανιχνεύονται ευκρινέστερα σε τρία κυρίως πεδία: 1Στους νέους μηχανισμούς άσκησης της μεταναστευτικής πολιτικής (ενοποίηση αδειών παραμονής και εργασίας, χορήγηση άδειας από το Γ.Γ. Περιφέρειας, κλειστός αριθμός μεταναστών ανά νομό, ειδικότητα, και ιθαγένεια) 2Στον έλεγχο του χρόνου παραμονής των μεταναστών (απαγόρευση μετακίνησης του μετανάστη σε άλλο νομό πριν από την πάροδο ενός έτους, διετής παραμονή πριν από την οικογενειακή επανένωση και 3 Στην εργαλειοποίηση της κοινωνικής ένταξης των μεταναστών (προγράμματα ένταξης για όσους διαθέτουν μακρά διαμονή και συνεχή εργασία). Τα πεδία αυτά αντιστοιχούν σε ισάριθμες πηγές θεσμικών εκκρεμοτήτων, οι οποίες αφενός περιορίζουν την ασφάλεια των δικαιωμάτων των μεταναστών και αφετέρου δεν εξυπηρετούν πάντα την εφορμογή μίας οργανικής και μακροπρόθεσμης μεταναστευτικής πολιτικής. Ο Ν. 3386/2005, παρά το μεταρρυθμιστικό του χαρακτήρα, τυποποιεί δικαιώματα και υποχρεώσεις για τους μετανάστες, τα οποία ακολουθούν σε ορισμένες περιπτώσεις αντιφατικές κατευθύνσεις. Συνυπάρχουν στο νέο νόμο η αυστηρότητα των πολλαπλών υποχρεώσεων με τη δογματική αντίληψη των περιορισμένων δικαιωμάτων και τη γραφειοκρατική λειτουργία του διοικητικού ελέγχου. Και τούτο γιατί κατ' αρχάς η διαχείριση της μεταναστευτικής ροής αντιμετωπίζει τη μετανάστευση ως ένα πρόβλημα προς επίλυση και όχι ως ένα κοινωνικό φαινόμενο συνθετικό της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας και απόλυτα συνυφασμένο με την ευρύτερη διαμόρφωση της κοινωνικής πολιτικής. Ο αναγκαίος εξορθολογισμός του κανονιστικού πλαισίου θα μπορούσε για πρώτη φορά να δημιουργήσει τις κατάλληλες ισορροπίες μεταξύ της κατοχύρωσης των δικαιωμάτων, της καταπολέμησης των πρακτικών εκμετάλλευσης των μεταναστών και της σταδιακής εξομοίωσης των δικαιωμάτων των επί μακρόν διαμενόντων με τα αυτά των ημεδαπών. Δεύτερον, η αντίληψη που υιοθετείται αποσιωπά το ζήτημα της διευκόλυνσης της μόνιμης παραμονής των μεταναστών στην Ελλάδα και της ανάγκης δημιουργίας σταθερών δομών μεταναστευτικής πολιτικής και ένταξης σε μια ανοιχτή πολυπολιτισμική κοινωνία. Η πολιτική του ανώτατου -κλειστού αριθμού μεταναστών ανά νομό και ιθαγένεια θα δημιουργήσει φαινόμενα κοινωνικού αποκλεισμού και θα ευνοήσει την εκμετάλλευση των νόμιμων και αντικανονικών μεταναστών. Η κοινωνική πραγματικότητα απέδειξε ότι οι κυκλικές παλινωδίες μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας στο πεδίο του μεταναστευτικού πληθυσμού, η διαχείριση της ανομίας και η εκμετάλλευση της υποτιμημένης και συχνά άτυπης εργασίας των μεταναστών προκάλεσαν μέχρι σήμερα μια έντονη ανασφάλεια δικαιωμάτων, και δρομολόγησαν τον κοινωνικό αποκλεισμό της δεύτερης γενιάς. Η επιχειρούμενη κοινωνική χειραγώγηση των μεταναστών συνδυάζεται μεν με την αυστηροποίηση των προϋποθέσεων παραμονής και εργασίας και την ενδεχόμενη παράταση της προσωρινότητας της διαμονής, αλλά οπωσδήποτε δεν συμβάλλει στην ομαλή ένταξη των μεταναστών. Η ίδια αυστηροποίηση, συνοδευόμενη από τον έλεγχο και την αστυνόμευση των συμπεριφορών, γεννά λειτουργίες περιθωριοποίησης, καλλιεργεί τις ανισότητες στον καταμερισμό της εργασίας και κατασκευάζει τα συγκοινωνούντα δοχεία μεταξύ μεταναστευτικής και αντεγκληματικής πολιτικής. Το σημερινό νομοθετικό πλαίσιο, αν κρίνεται θεσμικά ανεπαρκές, είναι ως προς τη διαμόρφωση ολοκληρωμένων και σταθερών δομών μεταναστευτικής πολιτικής, λειτουργικά -και όχι απλώς εργαλειακά- εντεταγμένων στην ευρύτερη κοινωνική πολιτική. Η υπαγωγή ή «ομηρία» των μεταναστών σε ένα καθεστώς πολλαπλών κατηγοριοποιήσεων και ανισοτήτων οδηγεί τελικά στον κοινωνικό αποκλεισμό και στην ανακύκλωση της κοινωνικής ανομίας. Υπό αυτή την έννοια, ίσως η λύση του προβλήματος της μεταναστευτικής πολιτικής να ταυτίζεται με το μείζον πρόβλημα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας: την ανάγκη εμπέδωσης και διεύρυνσης του κοινωνικού κράτους δικαίου. ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ Πολιτικός λόγος, κοινωνικές επιστήμες και μετανάστευση ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 10/01/2006

11/01/2006
Κοινωνικά δικαιώματα και νέο θεσμικό πλαίσιο

Του ΞΕΝΟΦΩΝΤΑ ΚΟΝΤΙΑΔΗ Αν. καθηγητή Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, δ/ντή Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου Η κρίση του κοινωνικού κράτους λαμβάνει σήμερα νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά, καθώς αμφισβητούνται οι αρχές στις οποίες θεμελιώνεται η κοινωνική αλληλεγγύη και εμφανίζονται νέες ανασφάλειες, νέοι κοινωνικοί κίνδυνοι, νέες μορφές κοινωνικού αποκλεισμού, που περιγράφονται ως «νέο κοινωνικό ζήτημα». Την καρδιά του νέου κοινωνικού ζητήματος αποτελεί η κοινωνική ενσωμάτωση των μεταναστών. Αν η εργατική τάξη αποτέλεσε το κοινωνικό υποκείμενο που τέθηκε απέναντι στις δυσλειτουργίες της αγοραίας οικονομίας τον 19ο αιώνα, το μεταναστευτικό προλεταριάτο αποτελεί το κοινωνικό υποκείμενο που βρίσκεται στον πυρήνα του νέου κοινωνικού ζητήματος. Η κατοχύρωση κοινωνικών δικαιωμάτων για τους μετανάστες συναρτάται με μια σειρά ερωτημάτων αξιακού τύπου: Πώς είναι νοητό οι αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης και ο κοινωνικοκρατικός χαρακτήρας των σύγχρονων δυτικών δημοκρατιών να υποχωρούν όταν πρόκειται για αλλοδαπούς; Εν προκειμένω ανακύπτει μια αντίφαση μεταξύ αφ' ενός του «προγράμματος της νεωτερικότητας» και αφ' ετέρου του σύγχρονου θεσμικού ρατσισμού. Η διάκριση ανάμεσα σε πολίτες και αλλοδαπούς, που συρρικνώνει τα κοινωνικά δικαιώματα των τελευταίων, διπλασιάζεται μέσα από μια δεύτερη διχοτόμηση, αυτή ανάμεσα στους νόμιμους και τους παράνομους μετανάστες, εκ των οποίων οι δεύτεροι τυγχάνουν μιας θεσμικής μεταχείρισης που κατ' ουσίαν αποδομεί αύτανδρο το πρόταγμα της νεωτερικότητας. Κι όμως, οι παράνομοι μετανάστες είναι ακριβώς εκείνοι που στο πλαίσιο της παραοικονομίας αποτελούν κινητήριο μοχλό ανάπτυξης και προσφέρονται για υπερεκμετάλλευση, αντιμετωπιζόμενοι ως δεύτερης κατηγορίας υποκείμενα δικαίου. Ο νέος νόμος 3386/2005 περιλαμβάνει βελτιώσεις σε σχέση με το νόμο 2910/2001, όπως ιδίως τη σύμπτυξη των δύο αδειών «διαμονής και εργασίας», τη διευκόλυνση της οικογενειακής επανένωσης και τον περιορισμό των γραφειοκρατικών διαδικασιών. Ωστόσο διαπιστώνεται ότι σε πολλά ζητήματα οι βελτιωτικές παρεμβάσεις του νέου νόμου επιχειρούνται κατά τρόπο ελλιπή ή ατελέσφορο. Ενα πρώτο ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι κατά πόσον κρίνεται εφαρμόσιμο το νέο μοντέλο για την είσοδο μεταναστών, που αποσκοπεί στη σύνδεση των μεταναστευτικών ροών με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Μήπως το εκ πρώτης όψεως ορθολογικό αυτό μοντέλο στην πράξη έχει αρνητικές συνέπειες για την απασχόληση των αλλοδαπών; Μήπως ο περιορισμός της κινητικότητας και ευελιξίας των αλλοδαπών εργαζομένων, που απασχολούνται κατ' εξοχήν σε εποχικές εργασίες χαμηλής ειδίκευσης, λειτουργεί εν τέλει εις βάρος της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς εργασίας; Μήπως οι υπέρμετροι αυτοί περιορισμοί οδηγούν αντίστροφα σε διόγκωση της αδήλωτης εργασίας; Μήπως, τέλος, το μοντέλο που εισήγαγε ο νέος νόμος, προβλέποντας τον ορισμό του αριθμού αδειών όχι μόνο ανά νομό, ειδικότητα κ.λπ., αλλά και ανά ιθαγένεια, μπορεί να καλλιεργήσει ρατσιστικά φαινόμενα έναντι υπηκόων από συγκεκριμένες χώρες, να οδηγήσει σταδιακά στον κοινωνικό αποκλεισμό τους και να προκαλέσει ακόμη εντονότερες διχοτομήσεις μέσα στο σώμα των αλλοδαπών εργαζομένων; Πέραν τούτου, η διαδικασία κοινωνικής ένταξης των μεταναστών αποπνέει στο νέο νόμο μια τάση σύνδεσης των επιμέρους δράσεων με συγκεκριμένες επιδιωκτέες συμπεριφορές από την πλευρά τους, με την «απόδειξη» της βούλησής τους να επιδείξουν ένα συγκεκριμένο κοινωνικό, για να αποφευχθεί ο όρος «εθνικό», ήθος. Υπό μια εκδοχή, πρόκειται μάλλον για ένα μοντέλο κοινωνικής ένταξης που κλίνει προς μια διαδικασία κοινωνικής πειθάρχησης. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 10/01/2006

11/01/2006
Αλήθειες για το φαινόμενο και νέος νόμος

Κλείνουν δεκαπέντε χρόνια από τότε που η Ελλάδα βίωσε την κατάρρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» μέσα από τη μετατροπή της σε κοινωνία υποδοχής μαζικών μεταναστευτικών ρευμάτων, κυρίως από τις χώρες της Βαλκανικής. Σε αντίθεση με ορισμένες επιπόλαιες εκτιμήσεις της αρχικής περιόδου, αλλά και με τους ευσεβείς πόθους κάποιων κύκλων, οι μετανάστες «ήρθαν για να μείνουν», και ήδη τίθενται μια σειρά ζητήματα που αφορούν τη δεύτερη γενιά των μεταναστών, αλλά και τις εκατοντάδες χιλιάδες ξένων που ζουν και εργάζονται στη χώρα για τουλάχιστον δέκα χρόνια. Τα ζητήματα αυτά είναι πολυδιάστατα, όπως ακριβώς είναι και το μεταναστευτικό φαινόμενο, το οποίο, ανεξαρτήτως του εάν, κατά πόσον, πώς, πότε και από ποιους διατυπώνεται ως συστηματικός λόγος στη δημόσια ατζέντα, παράγει εξ αρχής πολλαπλά αποτελέσματα για την ελληνική κοινωνία: το δημογραφικό ισοζύγιο θα ήταν αρνητικό χωρίς τους μετανάστες, ο πληθωρισμός θα ήταν σαφώς υψηλότερος χωρίς τα χαμηλά μεροκάματα της ξένης εργατικής δύναμης που παραπέμπουν σε υπεραξία κεφαλαίου 19ου αιώνα, νοικοκυριά και καλλιέργειες στην ενδοχώρα θα είχαν ερημωθεί, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ θα ήταν μικρότερος, το ασφαλιστικό έλλειμμα δεν θα μπορούσε να προσβλέπει σε ανακούφιση από τη μεταναστευτική εφεδρεία κ.λπ. Την ίδια στιγμή, αυτές οι θετικές συνέπειες από την ύπαρξη μεταναστών -συνέπειες που αρκετοί εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν επιλεκτικά και εργαλειακά- «αντισταθμίζονται» από μία γενικότερη κοινωνική-πολιτισμική δυσανεξία της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στους ξένους αυτούς πληθυσμούς. Η περίπτωση Οδυσσέα Τσενάι δεν είναι παρά ένα εμβληματικό παράδειγμα, με πυκνό στερεοτυπικό χαρακτήρα, το οποίο επιβεβαιώνει και την πρωτιά της Ελλάδας σε ευρωπαϊκές συγκριτικές έρευνες για την ξενοφοβία και τον ρατσισμό. Στα δεκαπέντε χρόνια αυτής της πρωτόφαντης για την Ελλάδα μεταναστευτικής εμπειρίας, επιχειρείται η τρίτη κατά σειρά, από το 1991, απόπειρα νομοθετικής ρύθμισης του status των μεταναστών, με το Νόμο 3386/2005 περί εισόδου, διαμονής και κοινωνικής ένταξης υπηκόων τρίτων χωρών στην ελληνική επικράτεια, ο οποίος ισχύει ήδη από την 1η Ιανουαρίου. Με την ευκαιρία αυτή, και με στόχο την ανάπτυξη ενός κριτικού διαλόγου για τις θεσμικές, κοινωνικές και πολιτισμικές παραμέτρους του μεταναστευτικού ζητήματος, το Τμήμα Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου διοργάνωσε διήμερο συνέδριο στο Ναύπλιο, στις 16 και 17 Δεκεμβρίου 2005, με αντικείμενο το «Νέο θεσμικό πλαίσιο και πολιτικές για τους μετανάστες». Τα αποσπάσματα εισηγήσεων που δημοσιεύονται εδώ δεν εξαντλούν ασφαλώς τις θεματικές ενότητες αυτού του συνεδρίου -οι πλήρεις εισηγήσεις των οποίων θα εκδοθούν σύντομα σε τόμο- αλλά παρέχουν το στίγμα αυτής της πρωτοβουλίας και μπορεί να συνεισφέρουν σε έναν ευρύτερο διάλογο, ο οποίος πρέπει να ξεκινήσει κάποτε και στην Ελλάδα. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 10/01/2006

11/01/2006
Στο... έλεος του εφόρου ο ΦΠA στα ακίνητα - Kαπέλο στις αντικειμενικές κατά την κρίση του!

ΣΠΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΕΛΗΣ Με καπέλο από τον έφορο και σε τιμές υψηλότερες από τις αντικειμενικές θα φορολογούνται τα ακίνητα πουκατά τη μεταβίβαση επιβαρύνονται με ΦΠΑ. H ηγεσία του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, παρά τις δεσμεύσεις της ότι η φορολογητέα αξία των ακινήτων που υπάγονται σε ΦΠΑ θα είναι η αντικειμενική, προχωρεί τώρα στη θέσπιση νέου τρόπου υπολογισμού για την επιβολή του φόρου. Ο ΦΠΑ δεν θα υπολογίζεται επί των αντικειμενικών αλλά σε τιμές υψηλότερες, ανάλογα με την κρίση του εφόρου και άλλα στοιχεία κόστους κατασκευής. Οι αντικειμενικές τιμές θα είναι η αρχική τιμή, η οποία θα προσαυξάνεται από τους εφόρους. Αυτό σημαίνει ότι οι φορολογούμενοι δεν θα επιβαρυνθούν μόνο από την αύξηση των αντικειμενικών - έφθασε το 85% - και την επιβολή του ΦΠΑ. Θα επιβαρυνθούν και από το καπέλο στην τιμή του ακινήτου - που θα το ορίσουν οι έφοροι - βάσει του οποίου θα υπολογισθεί και το συνολικό ποσό του φόρου που θα καταβάλλεται στην Εφορία. Το νέο σύστημα υπολογισμού της αξίας των ακινήτων θα περιγράφεται λεπτομερώς σε ειδική απόφαση-εγκύκλιο του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία σκοπίμως - και παρά το γεγονός ότι τυπικά ο ΦΠΑ στα ακίνητα έχει επιβληθεί από την Πρωτοχρονιά - δεν έχει δημοσιοποιηθεί ώς τώρα, προκειμένου να αποφευχθούν οι αντιδράσεις από το νέο χαράτσι στα ακίνητα. Άλλωστε και ο ίδιος ο υπουργός, κ. Γ. Αλογοσκούφης, σε μια προσπάθεια να αποφευχθούν περαιτέρω αντιδράσεις κατά την ανακοίνωση των επιβαρυντικών για τους φορολογουμένους αλλαγών στη φορολογία των ακινήτων, απέφυγε να αποκαλύψει το νέο σύστημα υπολογισμού του φόρου των ακινήτων, διαβεβαιώνοντας ότι ο φόρος θα επιβληθεί επί των αντικειμενικών. Απίστευτο αλαλούμ Το νέο τρικ της κυβέρνησης αναμένεται να προκαλέσει φορολογική επιβάρυνση αλλά και νέο, απίστευτο αλαλούμ στις μεταβιβάσεις νεόδμητων ακινήτων. Ο νέος τρόπος υπολογισμού της αξίας των ακινήτων, ο οποίος θέτει σε καθεστώς ομηρείας και «συναλλαγής» τους φορολογουμένους έναντι των εφόρων, είναι αποτέλεσμα της εμμονής τής κυβέρνησης να επιβάλει τον ΦΠΑ στα ακίνητα χωρίς να έχουν επιλυθεί οι σχετικές εκκρεμότητες με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Συγκεκριμένα, η ευρωπαϊκή νομοθεσία ορίζει ότι ο ΦΠΑ στα ακίνητα επιβάλλεται στις πραγματικές (εμπορικές) τιμές. Από την πλευρά της η κυβέρνηση έλεγε μέχρι πριν από μερικές ημέρες ότι σε κάθε περίπτωση θα ισχύσουν οι αντικειμενικές τιμές για τον ΦΠΑ και ότι υπάρχει ειδική διατύπωση στο νομοσχέδιο, με την οποία ξεπερνιέται το πρόβλημα. Στο νομοσχέδιο, συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι «ως φορολογητέα αξία (σ.σ.: του μεταβιβαζόμενου ακινήτου) λαμβάνεται το τίμημα που έλαβε» ο πωλητής του ακινήτου από τον αγοραστή. Στις συνεχείς ερωτήσεις των δημοσιογράφων για την ουσία της διάταξης κατά την παρουσίαση των αλλαγών στους φόρους των ακινήτων, η ηγεσία του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών δεσμευόταν ότι πρόκειται για διατύπωση που απλώς ικανοποιεί τις Βρυξέλλες και ότι σε κάθε περίπτωση ο ΦΠΑ θα επιβάλλεται επί των αντικειμενικών τιμών. Σύμφωνα με υψηλόβαθμους παράγοντες του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, το νέο καθεστώς υπολογισμού της αξίας των ακινήτων θα έχει ως αφετηρία τις αντικειμενικές τιμές, οι οποίες όμως θα προσαυξάνονται κατά την κρίση του εφόρου και με βάση στοιχεία από τον φάκελο της άδειας δόμησης που έχει χορηγήσει η Πολεοδομία. Σε κάθε περίπτωση, ξεκαθαρίζεται ότι η τιμή που θα ορίζει ο έφορος θα είναι υψηλότερη από την αντικειμενική. Στις περιπτώσεις που ο φορολογούμενος δεν συμφωνεί με την τιμή που ορίζει ο προϊστάμενος της Εφορίας, θα μπορεί να ασκήσει προσφυγή ζητώντας την εκτίμηση του ακινήτου από το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών. Αυτό θα οδηγήσει σε μεγάλες καθυστερήσεις στις μεταβιβάσεις, αναγκάζοντας ουσιαστικά τους φορολογουμένους, προκειμένου να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση, να αποδέχονται την τιμή που όρισε ο έφορος. ΤΑ ΝΕΑ , 10/01/2006

09/01/2006
H EYKAIPIA

ΣΤΑΥΡΟΣ Π. ΨΥΧΑΡΗΣ H καθορισμένη για αύριο συνάντηση του πρωθυπουργού κ. K. Καραμανλή με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. K. Παπούλια σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας περιόδου για τη χώρα. Θα συζητηθεί το ζήτημα της αναθεωρήσεως του Συντάγματος. Το ερώτημα είναι αν η αναθεώρηση του Συντάγματος θα γίνει επ' αγαθώ του κράτους ή θα σημάνει την αρχή νέων κομματικών αντιθέσεων και πολιτικών παιγνίων που θα κρατήσουν τη χώρα στο περιθώριο της αναπτυσσόμενης Ευρώπης. Δεν πάει καιρός που δύο νέοι πολιτικοί (άρα όχι παλαιοπολιτικοί της «φαυλοκρατικής» περιόδου), καθηγητές (άρα γνώστες του αντικειμένου και των κινδύνων) πρωταγωνίστησαν σε αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 και εν συνεχεία ψήφιση των προβλεπομένων ειδικών νόμων, υπό την πίεση εξωπολιτικών παραγόντων: Υπό την παρασκηνιακή πίεση από μερίδα του Τύπου ενήργησε τότε, όπως ομολόγησε τώρα, ο κ. Ευ. Βενιζέλος. O κ. Προκόπης Παυλόπουλος διακινδύνευσε την προσωπική του εγκυρότητα προς χάριν ενός νόμου που είναι βέβαιον ότι ο ίδιος ως καθηγητής του Πανεπιστημίου θα είχε πανηγυρικώς απορρίψει. Ισως χρειάζεται χρόνο για να ακολουθήσει την οδό Βενιζέλου, να ομολογήσει κρίμασι ποίων συνέβαλε στη σύνταξη ενός νόμου που διέσυρε τη χώρα και έδωσε στην παρούσα κυβέρνηση το θλιβερό προνόμιο να είναι η πρώτη εν Ελλάδι η οποία ψήφισε και κατήργησε νόμον προτού καν αυτός χρονίσει! Αυτά όλα όμως ανήκουν στο παρελθόν. Το ζήτημα είναι αν η πικρή εμπειρία της προηγουμένης αναθεωρήσεως του Συντάγματος (που προκάλεσε περισσότερα προβλήματα από όσα υποτίθεται ότι έλυσε) θα οδηγήσει τα δύο μεγάλα κόμματα (άνευ της συναινέσεως των οποίων η αναθεώρηση είναι αδύνατον να γίνει) σε μια συνεργασία που θα συμβάλει στον εκσυγχρονισμό της χώρας, ή θα επιβεβαιώσει ότι η πολιτική ζωή στην Ελλάδα έχει κολλήσει στα συνθήματα και τα δεδομένα του παρελθόντος αιώνος. Το γεγονός ότι το ΠαΣοΚ όρισε ως αρμόδιον για την αναθεώρηση τον κ. Θ. Πάγκαλο οδηγεί στην εκτίμηση ότι ενδεχομένως αναγνωρίζει την ανάγκη να ακολουθηθεί πολιτική διάφορος εκείνης της προηγουμένης αναθεωρήσεως· χωρίς δηλαδή να είναι δυνατή και ανεκτή η άσκηση παρασκηνιακών πιέσεων προδήλως προς εξυπηρέτηση συμφερόντων. Απομένει να δώσει ανάλογα δείγματα και η Νέα Δημοκρατία, ώστε να καθοριστούν τα σημεία εκεινα του Συντάγματος που χρήζουν αναθεωρήσεως για να εκσυγχρονισθεί το κράτος. Οπως ήδη ανεφέρθη, και τα δύο μεγάλα κόμματα γνωρίζουν επακριβώς ποιες συνταγματικές διατάξεις που αφορούν την καθημερινή λειτουργία του κράτους (και όχι τη δομή του δημοκρατικού πολιτεύματος) πρέπει να αλλάξουν. Και φυσικά γνωρίζουν ότι κατ' ουσίαν απαιτείται συνεργασία των δύο κομμάτων (180 τουλάχιστον ψήφοι είτε στην παρούσα είτε στην επόμενη Βουλή) για να υπάρξουν αλλαγές. Από τις προτάσεις που θα διατυπώσουν τα δύο κόμματα τα οποία εναλλάσσονται στην εξουσία θα διαφανεί αμέσως αν πάμε πράγματι σε εκσυγχρονισμό ή πρόκειται και η αναθεώρηση του Συντάγματος να γίνει ένα πετραδάκι στα χέρια ορισμένων που προσπαθούν να στήσουν αναχώματα στην πρόοδο της χώρας. Το ΒΗΜΑ, 08/01/2006

10/01/2006
Τον ασκό του Αιόλου ανοίγει η ρύθμιση για τα λευκά ψηφοδέλτια

ΗΜΕΡΗΣΙΑ 9/1/2006 Του Αλέξανδρου Αυλωνίτη Tεράστια συνταγματικά προβλήματα, «μπαράζ» δικαστικών ενστάσεων και προσφυγών, ανασφάλεια δικαίου και μεγάλες ανακατατάξεις στη συγκρότηση των νέων οργάνων των OTA (στις προσεχείς εκλογές για την Tοπική Aυτοδιοίκηση) σε πρώτη φάση και της Bουλής στις επόμενες εκλογές, πρόκειται να προκύψουν εξαιτίας της γνωστής απόφασης του «Eκλογοδικείου» για τα λευκά ψηφοδέλτια και του νέου αντισυνταγματικού νόμου που αναγκαστικά προωθεί η κυβέρνηση για να καλύψει το πρόβλημα. Δικαστικοί κύκλοι επισημαίνουν το «αλαλούμ» που πρόκειται να επικρατήσει στις επόμενες νομαρχιακές, δημοτικές και βουλευτικές εκλογές, λόγω της ανατροπής της νομολογίας που ίσχυε από συστάσεως ελληνικού κράτους για τα λευκά ψηφοδέλτια (ή τουλάχιστον την τελευταία 30ετία με την ισχύ του Συντάγματος του 1975) αλλά και επειδή η κυβέρνηση αναγκάζεται να ψηφίσει τώρα ένα αντισυνταγματικό νομοσχέδιο (στο οποίο θα έχει φυσικά και τη στήριξη των υπολοίπων κομμάτων) προκειμένου να αποκατασταθεί η διασαλευθείσα τάξη. Δηλαδή, για να αντιμετωπιστεί ένα «συνταγματικό πραξικόπημα» όπως χαρακτήρισε η αντιπολίτευση την ανατροπή της νομολογίας για την εκλογή του πρωθυπουργικού θείου, επιχειρείται μια νέα συνταγματική παραβίαση... Ψήφιση Kατά τους ίδιους κύκλους, η κυβέρνηση θα ψηφίσει στις επόμενες ημέρες, μία εν γνώσει της αντισυνταγματική διάταξη που προβλέπει ότι «τα λευκά ψηφοδέλτια δεν προσμετρώνται στα έγκυρα για τον καθορισμό του εκλογικού μέτρου», αφού είναι ευθέως αντίθετη προς την απόφαση του Aνωτάτου Eιδικού Δικαστηρίου (AEΔ), που ερμήνευσε αυθεντικά όχι μόνο την εκλογική νομοθεσία, αλλά το ίδιο το Σύνταγμα, κρίνοντας ότι δεν επιτρέπεται η λευκή ψήφος να εξομοιωθεί με άκυρη. Προσπαθώντας να συγκαλύψει τις ευθύνες της, αλλά και τις τεράστιες επιπτώσεις που θα προκαλούσε στο πολιτικό και εκλογικό σύστημα η ανατροπή της νομολογίας για να προστεθεί μία επιπλέον έδρα στη Nέα Δημοκρατία και να μπει στη Bουλή ο ήδη παραιτηθείς θείος του πρωθυπουργού, Aχ. Kαραμανλής, η κυβέρνηση διά του υπουργείου Eσωτερικών την περασμένη άνοιξη μόλις έγινε γνωστή η απόφαση υποστήριξε παραπλανητικά ότι δεν θα υπάρξει νομοθετική αλλαγή, γιατί δήθεν δεν υφίσταται κανένα πρόβλημα. Ωστόσο η κυβέρνηση -αφού ωφελήθηκε με την αρπαγή μιας έδρας- σύρεται τώρα με την υπογραφή των συναρμοδίων υπουργών Eσωτερικών και Δικαιοσύνης Πρ. Παυλόπουλου και Aν. Παπαληγούρα, στη νομοθετική «τακτοποίησή» του. Διάταξη Στην πράξη, το Mαξίμου επέλεξε να προωθήσει την αντισυνταγματική πλέον διάταξη, ελπίζοντας ότι κατ αρχήν τα διοικητικά δικαστήρια και το Συμβούλιο της Eπικρατείας δεν θα ακολουθήσουν (αν και είναι υποχρεωμένα), τη δεσμευτική γι αυτά νομολογία του AEΔ, πολύ περισσότερο από τη στιγμή που ερμήνευσε αυθεντικά το Σύνταγμα. Παράλληλα ελπίζει ότι στις επόμενες βουλευτικές εκλογές το AEΔ θα αλλάξει πάλι τη νομολογία του επιστρέφοντας στην αρχική (που επί δεκαετίες δεν προσμετρούσε στο εκλογικό μέτρο τα λευκά), χωρίς όμως να μπορεί κανείς να εγγυηθεί ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο. Eτσι στις προσεχείς εκλογές του φθινοπώρου θα υπάρξουν απίστευτες δικαστικές διαμάχες με εκατοντάδες ενστάσεις και αντιπαραθέσεις μεταξύ των υποψηφίων, αφού ο καθένας θα σπεύσει, ανάλογα με το τι τον συμφέρει, να υιοθετήσει μία από τις δύο αντικρουόμενες θέσεις για την προσμέτρηση των λευκών, περιμένοντας από τα δικαστήρια να «βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά» και να δώσουν τις οριστικές συνθέσεις των δημοτικών και νομαρχιακών αρχών, αλλά και της Bουλής. Σε κάθε περίπτωση, θα χρειαστούν τουλάχιστον 1-2 χρόνια μετά τις εκλογές, ώστε οι ίδιοι οι υποψήφιοι να σιγουρευτούν για τα αποτελέσματα και οι πολίτες να γνωρίζουν ποιοι τους εκπροσωπούν, χωρίς αμφιβολίες, στους OTA και τη Bουλή. Δεν εξομοιώνεται η λευκή με την άκυρη ψήφο Σαφές μήνυμα έστειλε στη Bουλή η πλειοψηφία του AEΔ, ότι η λευκή ψήφος δεν μπορεί να εξομοιωθεί με την άκυρη και ότι η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, σημαίνει τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των έγκυρων ψηφοδελτίων, δηλαδή με τον συνυπολογισμό θετικών και λευκών για την εξαγωγή του εκλογικού αποτελέσματος. Mάλιστα το AEΔ (απόφαση 12/05) δεν αφήνει πολλά περιθώρια στον νομοθέτη να τροποποιήσει τη συνταγματική του κρίση με νόμο, αφού υπογραμμίζει σε φράση - κλειδί ότι: «Nαι μεν ο καθορισμός του εκλογικού συστήματος ανήκει στον εκλογικό νομοθέτη, η ευχέρειά του έχει όμως ως ελάχιστο συνταγματικό ανυπέρβλητο όριο την υποχρέωσή του να μη θίγει τον πυρήνα του εκλογικού δικαιώματος, δηλαδή να χρησιμοποιεί ως βάση υπολογισμού για τον προσδιορισμό των βουλευτικών εδρών το σύνολο των έγκυρων ψήφων, θετικών και λευκών». Χάος Δικαστικοί κύκλοι επισημαίνουν το «αλαλούμ» που πρόκειται να επικρατήσει στις επόμενες νομαρχιακές, δημοτικές και βουλευτικές εκλογές, λόγω της ανατροπής της νομολογίας που ίσχυε από συστάσεως ελληνικού κράτους για τα λευκά ψηφοδέλτια. Απόφαση Η κυβέρνηση θα ψηφίσει στις επόμενες ημέρες, μία διάταξη που προβλέπει ότι «τα λευκά ψηφοδέλτια δεν προσμετρώνται στα έγκυρα για τον καθορισμό του εκλογικού μέτρου», αφού είναι ευθέως αντίθετη προς την απόφαση του Aνωτάτου Eιδικού Δικαστηρίου (AEΔ), που ερμήνευσε αυθεντικά όχι μόνο την εκλογική νομοθεσία, αλλά το ίδιο το Σύνταγμα, κρίνοντας ότι δεν επιτρέπεται η λευκή ψήφος να εξομοιωθεί με άκυρη.

10/01/2006
Ελιγμός Καραμανλή με τη συνταγματική αναθεώρηση

ΗΜΕΡΗΣΙΑ 9/1/2006 Του Ευτύχη Παλλήκαρη epalikaris@pegasus.gr Eπιχείρηση αλλαγής της πολιτικής ατζέντας επιχειρεί από σήμερα ο πρωθυπουργός θέτοντας στην ημερήσια διάταξη το «φάκελο» της αναθεώρησης του Συντάγματος, με την επίσκεψή του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. H συζήτηση με τον κ. Παπούλια θα περιλάβει τις βασικές διατάξεις -ιδιωτικά πανεπιστήμια, κατάργηση του ασυμβίβαστου των βουλευτών-που η κυβέρνηση προτίθεται να προτείνει για αλλαγές. Στη συνέχεια ο υπουργός Eσωτερικών Πρ. Παυλόπουλος θα επισκεφτεί το Προεδρικό Mέγαρο και θα ενημερώσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για τις αρχικές προτάσεις που διατυπώνονται, από κυβερνητικής πλευράς, για τις συνταγματικές αλλαγές. Ελιγμός Aρκετοί ερμήνευαν την πρωτοβουλία αυτή του πρωθυπουργού ως ένα είδος αντιπερισπασμού στην κρίσιμη πολιτική συγκυρία, που αφορά τα αναπάντητα ερωτηματικά σχετικά με τις απαγωγές Πακιστανών. H «πληγή» δεν λέει να κλείσει, και μάλιστα πολλά παίζονται ενόψει της συζήτησης στην αρμόδια επιτροπή της Bουλής, μεθαύριο Tετάρτη. Σε αυτήν, ο υπουργός Δημόσιας Tάξης, Γ. Bουλγαράκης, θα επιχειρήσει για πρώτη φορά ενώπιον βουλευτών όλων των κομμάτων να δώσει κάποιες εξηγήσεις και, κυρίως, να τεκμηριώσει τη γραμμή της «άγνοιας» που υιοθέτησε ο ίδιος ο πρωθυπουργός κατά την πρόσφατη συνάντησή του με τον πρόεδρο του ΣYN Aλ. Aλαβάνο. Aνοιχτό παραμένει ακόμα το πώς θα διεξαχθεί η συζήτηση, καθώς είναι δεδηλωμένη η βούληση της κυβέρνησης να γίνει προσεκτικά «για εθνικούς λόγους», κεκλεισμένων των θυρών. Kάτι όμως που συναρτάται από τη θέση του ΠAΣOK, καθώς τα κόμματα της Aριστεράς ήδη έχουν προτείνει ανοιχτή συζήτηση. Φαίνεται, όμως, ότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν συναινεί σε μυστική συζήτηση - κάτι που θα αποφασιστεί κατά την έναρξη της συζήτησης. Aπό αυτή τη δύσκολη θέση επιχειρεί, κατά κυβερνητικούς παράγοντες, ηρωική έξοδο ο πρωθυπουργός, για ένα θέμα που, έτσι ή αλλιώς, θα απασχολήσει τον πολιτικό κόσμο και την κοινή γνώμη το προσεχές δίμηνο. Παράλληλα, η αναγγελία προχτές της συνάντησης του πρωθυπουργού με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, χωρίς αρχικά να διευκρινιστεί το περιεχόμενό της -κάτι που έγινε με σχετική καθυστέρηση- προκάλεσε νέα έκρηξη της φημολογίας και των σεναρίων για ανασχηματισμό. Tα φίδια έζωσαν αρκετούς υπουργούς που απευθύνθηκαν στο Mέγαρο Mαξίμου για διευκρινήσεις. Tην ανησυχία επιχείρησε να μετριάσει η συμπληρωματική ενημέρωση για το αντικείμενο της συζήτησης, αλλά και η «ενημέρωση» ότι βασικός πολιτικός στόχος της κυβέρνησης -υπό το φως και των πρόσφατων εξελίξεων με την Kομισιόν για την οικονομία- είναι η διαμόρφωση ενός «εκλογικού 2007» χωρίς τα ρίσκα αμφιλεγόμενων πρωτοβουλιών... Παρεμβάσεις Στο πλαίσιο αυτό, δεν έλειψαν βεβαίως και οι πολιτικές παρεμβάσεις στελεχών για τον ανασχηματισμό. Στη συγκρότηση ενός ευέλικτου πολιτικού επιτελείου επιμένει η Nτ. Mπακογιάννη σε χθεσινή της συνέντευξη στη «Xώρα». «Mιλάω για ένα πολιτικό όργανο που γνωρίζει και αξιοποιεί συνολικά το κυβερνητικό έργο που γίνεται από τους υπουργούς όχι κάτω από την πίεση της καθημερινότητας και της συγκυρίας, αλλά υπηρετώντας μια μακροπρόθεσμη στρατηγική». Πάντως η κ. Mπακογιάννη στη συνέντευξή της τοποθετείται εξαιρετικά επιφυλακτικά για το πώς και αν γίνει η κυβερνητική αναδόμηση. Για αναδιοργάνωση και όχι αλλαγή προσώπων κάνει λόγο και ο γραμματέας του πολιτικού σχεδιασμού της N.Δ. N. Kαραχάλιος, ενώ ο υπουργός Tουρισμού Δημ. Aβραμόπουλος εκτιμά ότι η κοινή γνώμη δεν ενδιαφέρεται για ανασχηματισμό.